Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Για τον ποητή Μανόλη Αναγνωστάκη...

Ο ποιητής  Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε το 1925 και έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα,στις 23 Ιουνίου 2005. Ας ξεφυλλίσουμε σελίδες από τη ζωή του...

Αποτέλεσμα εικόνας για μανόλης αναγνωστάκης

«Κατά καιρούς μ’ έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Συνδυάζονται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη. Υπήρχε το πολιτικό στοιχείο μέσα, η έκφραση της πολιτικής, μέσα από μια ερωτική κατάσταση όμως. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνουμε αυτό το πράγμα εύκολα. Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί ”ποίησης της ήττας” και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή, τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε κανείς να την αντέξει». Μανόλης Αναγνωστάκης

  
Στο κέντρο της φωτογραφίας η γιαγιά και η μητέρα του Μανόλη Αναγνωστάκη.
 
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ένας από τους κορυφαίους ποιητές και αγωνιστές της μεταπολεμικής γενιάς, γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου του 1925 στη Θεσσαλονίκη. Ασχολήθηκε με την ποίηση από τα γυμνασιακά του χρόνια, όχι μόνο διαβάζοντας, αλλά και γράφοντας με ευκολία στίχους.

Στα 16 του χρόνια αποφάσισε να στείλει κάποια από τα ποιήματά του στο Γρηγόρη Ξενόπουλο, ο οποίος τον ενθάρρυνε να συνεχίσει να γράφει. Την εποχή του πολέμου δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ο Νέος Κόσμος το πατριωτικό του ποίημα Μολών Λαβέ, για το οποίο ο νεαρός τότε Μανόλης δέχθηκε διθυραμβικά σχόλια. Εμφανίστηκε επισήμως στα λογοτεχνικά πράγματα, από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα» (1942)

Ο ποιητής σε νεαρή ηλικία

Το 1943 θα γραφτεί στη Φυσικομαθηματική Σχολή της Θεσσαλονίκης, για να στραφεί ένα χρόνο αργότερα στην Ιατρική Σχολή.  Φοιτητής στην Κατοχή και ανήσυχο πνεύμα, ο Μανόλης Αναγνωστάκης είχε αναλάβει κατά τη διετία 1943-1944, παράλληλα με την δραστηριοποιησή του στην ΕΠΟΝ, την αρχισυνταξία του περιοδικού “Ξεκίνημα”, που εξέδιδε ο Εκπολιτιστικός ‘Ομιλος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

 Του περιοδικό “Ξεκίνημα” Βλ. Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. 
Το 1945 δημοσίευσε με δικά του έξοδα, την πρώτη του ποιητική συλλογή Εποχές, με ποιήματα από τις δραματικές εμπειρίες της Κατοχής. Στα χρόνια μεταξύ 1946-48 , προχώρησε τη συγγραφή της δεύτερης ποιητικής οτυ συλλογής Εποχές 2.
«Δεν την κυκλοφόρησα στο εμπόριο, έδωσα τυπικά σε ένα δυο βιβλιοπωλεία. (…) Οι λόγοι δεν είναι αυτοί που μπορεί να φανταστεί κανείς· λόγοι σεμνότητας ας πούμε ή φόβου ή επιφύλαξης ότι αυτά που γράφω δεν είναι καλά. (…) Ήταν κάτι άλλο αλλά πρέπει να μεταφερθεί κανείς στο κλίμα της εποχής για να το καταλάβει αυτό. Δεν ήταν εναρμονισμένο, σύμφωνο με το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής ―ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος της― με την αντίληψη που επικρατούσε τότε για το τι είναι η ποίηση και τι προορισμό έχει. Εννοώ, δηλαδή, αυτά που πιστεύαμε τότε, μάλλον, που κυκλοφορούσαν γενικότερα στο κλίμα της εποχής, ότι η ποίηση πρέπει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού, να υμνεί τα κατορθώματα της εθνικής αντίστασης, να είναι στρατευμένη, κλπ. Μέσα στα δικά μου ποιήματα δεν υπήρχε ούτε η λέξη αντάρτης, ούτε η λέξη αντίσταση, ούτε η λέξη κατοχή, ούτε η λέξη φασισμός. Εγώ όμως από την άλλη μεριά ήμουνα πολιτικά στρατευμένος και ήμουνα ένα στέλεχος του φοιτητικού κινήματος γνωστό σ’ ένα κύκλο. Κι αυτό το πράγμα θα ερχόταν σε κάποια αντίθεση· κάπου θα άκουα αντιρρήσεις, αντιδράσεις, ειρωνείες, ίσως, γιατί τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής ήταν ποιήματα ερωτικά μάλλον. Είχαν βέβαια έναν αέρα της κατοχής, αλλά δεν είχαν αυτόν τον αέρα της μπροσούρας που ήθελε η εποχή». Μαρτυρία από συνέντευξη στην εκπομπή Παρασκήνιο (1983).
Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο, για να απελευθερωθεί δυο χρόνια αργότερα με τη γενική αμνηστία. Η εμπειρία της φυλακής κατά τη διάρκεια του εμφυλίου θα τον σημαδέψει. Οι χαμένοι σύντροφοι και οι επικείμενες εκτελέσεις θα εμπνεύσουν τα επόμενα έργα του, τις συλλογές Παρενθέσεις και Εποχές 3
Στόν Νίκο Ε… 1949
Φίλοι
Πού φεύγουν
Πού χάνονται μιά μέρα
Φωνές
Τή νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελῆς στούς ἔρημους δρόμους
Κλάμα παιδιοῦ χωρίς ἀπάντηση
Ἐρείπια
Σάν τρυπημένες σάπιες σημαῖες
Ἐφιάλτες,1
Στά σιδερένια κρεβάτια
Ὅταν τό φῶς λιγοστεύει
Τά ξημερώματα.
(Μά ποιός μέ πόνο θά μιλήσει2θά μιλήσει γιά ὅλα αὐτά;).
(Παρενθέσεις, 1949)
*Το ποίημα γράφεται στη φυλακή του Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο), όπου ο Αναγνωστάκης είχε οδηγηθεί, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, για τις αριστερές πεποιθήσεις του και όπου έζησε την εφιαλτική εμπειρία του μελλοθανάτου **Ο Αναγνωστάκης θα μιλήσει για όλα αυτά στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο Μιλώ (Συνέχεια 2):
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.








Η σύλληψη και η φυλάκιση ισοδυναμούσαν αυτομάτως με διακοπή των σπουδών, κάτι που αφορούσε μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών, εκείνη την εποχή. Ο Αναγνωστάκης, μόλις αφεθεί ελεύθερος, θα συνεχίσει την Ιατρική, θα καταφέρει να αποφοιτήσει και θα ξεκινήσει το 1952 την ειδικότητά του στην Ακτινολογία. Την περίοδο 1955-56 θα μείνει στη Βιέννη για μετεκπαίδευση, και ένα χρόνο μετά θα γυρίσει στη Θεσσαλονίκη, όπου και θα ασκήσει το επάγγελμα του ακτινολόγου για αρκετά χρόνια  μέχρι την εγκατάστασή του στην Αθήνα. Στο μεταξύ έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: Συνέχεια, Συνέχεια 2 και Συνέχεια 3. (1955-1962) και έχει ασχοληθεί με τη λογοτεχνική κριτική εκδίδοντας το περιοδικό Κριτική, που παρουσίαζε τις νέες τάσεις σε πεζογραφία και ποίηση.




Στη Θεσσαλονίκη, αρχές της δεκαετίας του ’50. Από το αρχείο του Γ. Ζεβελάκη
Το 1970 δημοσίευσε την τελευταία ποιητική του συλλογή με τίτλο Ο Στόχος, η οποία περιείχε ποίηματα γραμμένα στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας.

Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)

Υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973). Από το 1975 άρχισε να αρθρογραφεί πολιτικά στην Αυγή καθώς και σε άλλα πολιτικά έντυπα. Το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.Από τότε δε δημοσίευσε άλλη ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή , εκτός από αποσπασματικά ποιήματα και στίχους.



Τα ποιήματα που ο Μανόλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του,που ήταν και η πρώτη φορά που το έργο του κυκλοφόρησε χωρίς δικά του έξοδα,  και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.
Με το ψευδώνυμο Μανούσος Φάσσης εμφανίζεται το 1980 το έργο Μανούσος Φάσσης η Παιδική Μούσα καθώς και η σατιρική τριλογία Ερωτική Τρίλιζα το 1981. To 1986 θα παρουσιάσει τον Κατήφορο σε ομοιοκαταληξίες και το 1987 το δοκίμιο Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης και το έργο του.


Στιγμιότυπο από την εκπομπή «Παρασκήνιο» του Λάκη Παπαστάθη (1983)


Απρίλιος 1986. Στο Τυπογραφείο των εκδόσεων Στιγμή ο Μ. Αναγνωστάκης. Δίπλα του ο Ε. Γονατάς, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και όρθιος ο Σπύρος Τσακνιάς.
[πηγή: περιοδ. Αντί, 527-528 (1993), σ. 20]


Το σπουδαίο έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη διαπνέεται από το οδυνηρό βίωμα του πολέμου, εκφράζει τα οράματα του λαού για τον αγώνα, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Ο ποιητής ειδικά στην τρίτη περίοδο του έργου του εκφράζει την πεποίθηση πως η ποίηση πρέπει να παρεμβαίνει δυναμικά στη ζωή , ενώ αντικρούει εκείνους που ισχυρίστηκαν πως η ποίηση της γενιάς του παραμέλησε τη μορφή.

Αντί να φωνασκώ...

 Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).  
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Ο λόγος του λιτός και ουσιαστικός στο περιεχόμενο, η γραφή του, στην οποία κυριαρχεί -όσο ο ίδιος μεγαλώνει- η ειρωνεία και ο σαρκασμός, έντονα ρεαλιστική.




Με τη Νόρα Αναγνωστάκη,δοκιμιογράφο, κριτικό λογοτεχνίας και μεταφράστρια, σύζυγο του ποιητή


 Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, σερβοκροατικά. Κάποια εξ αυτών, μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, η Αγγελική Ιονάτου και ο Μιχάλης Γρηγορίου.


Με τη σύζυγό του Νόρα, στο μπαλκόνι του “πατρικού” σπιτιού  (Φωτογραφία: Μ. Πολυβίου από το τεύχος – αφιέρωμα στον Μανώλη Αναγνωστάκη τού περιοδικού “Εντευκτήριο”, τεύχος 71- 2005).


Ο ποιητής με το φίλο του Δημήτρη Σκουλίδη ή Τοτό
Το τελευταίο του εκδοτικό εγχείρημα θα τυπωθεί το 1990· πρόκειται για την προσωπική ποιητική ανθολογία που ετοίμαζε χρόνια, με ποιητές της «χαμηλής φωνής». Έχει προηγηθεί, από το 1987, μια αντίστοιχη κίνηση στην πεζογραφία, η επιμέλεια της εκδοτικής σειράς Η Πεζογραφική μας Παράδοση στις εκδόσεις Νεφέλη με 50 πεζογράφους του 19ου αιώνα, πολλούς λησμονημένους ή άγνωστους. Ο παλαιότερος ανθολογημένος ποιητής της ποιητικής ανθολογίας του 1990 είναι ο Λορέντζος Μαβίλης, ενώ οι νεότεροι γεννήθηκαν τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα. Για αυτό του το εγχείρημα δήλωνε ήδη το 1983:
Αν έχει καμία έννοια η διάκριση ανάμεσα σε ποιητές μείζονες και ελάσσονες, αγάπησα με πάθος μείζονες ποιητές (σαν τον Κάλβο π.χ.) και με το ίδιο πάθος ελάσσονες (αν ο Φρανσίς Ζαμ είναι ελάσσων ποιητής). Διαβάζω πάντα με αγάπη και σεβασμό το Σεφέρη, ενώ περιέργως ο αδερφικός του Έλιοτ κάπου μ’ εκνευρίζει. Έχω μεταφράσει Λόρκα ενώ ιδιοσυγκρασιακά μου είναι μάλλον ξένος και κατά την ανεύθυνη εντύπωσή μου ποιητής χλωμός σε σχέση με τη μεγάλη πλειάδα των συμπατριωτών του […]. Η πιο σταθερή μου και αμετακίνητη προσκόλληση είναι στην ιδιοφυία του Απολλιναίρ […]. Καμία εντελώς σχέση δεν έχω με το Σικελιανό και τον κόσμο του, όμως όταν διαβάζω μερικά μικρά λυρικά του, εγώ ο διόλου φυσιολάτρης θαμπώνομαι από ουρανό, από θάλασσα κι από γαλάζιο. Τελικά ενώ ό,τι έχω γράψει χαρακτηρίστηκε σαν ποίηση ιδεών, ποίηση σκεπτόμενη, διανοητική, κουβεντιαστή, άμεση, λιτή, αντιλυρική ― η προτίμησή μου δεν πάει προς τους ποιητές αυτού του κλίματος αλλά περισσότερο προς τους φανταιζίστες, τους «λυρικούς», τους απογειωμένους, αλλά ποτέ τους φλύαρους και τους μεγαλόστομους, των μεγάλων δεδηλωμένων προθέσεων. Δεν αποκλείεται κάποτε να πραγματοποιήσω ένα πάντα αιωρούμενο παλιό μου σχέδιο: την έκδοση δηλ. μιας προσωπικής ανθολογίας της νεοελληνικής ποίησης […].
«Σε β’ πρόσωπο. Μια συνομιλία του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο», Η Λέξη 11 (Γενάρης 1982), 58-59.



Το 1997 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσσαλονίκης. Τιμήθηκε το 2001 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και το 2002 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο της προσφοράς του.
Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου του 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.

Τα ποιήματά του δεν πάλιωσαν ποτέ, η αίσθηση που έχει ο αναγνώστης είναι  ότι γράφτηκαν σήμερα για το σήμερα. Ο ίδιος υπερέβη την εποχή του, παρότι απέδωσε πιστά τον προβληματισμό και την αίσθησή της.Ανέλαβε να πει την αλήθεια στο κοινό, να πάρει στην πλάτη του το βάρος της ευθύνης, να κατονομάσει αυτούς που έσφαλαν, να εγκωμιάσει τους άξιους και να τιμήσει τους νεκρούς. Για τον ποιητή η ιδεολογική και πολιτική στάση εναρμονίζεται με την ποιητική του δημιουργία, που είναι αληθινή και καίρια, απαλλαγμένη από φτιασίδια και σκοπιμότητες.
Παρότι βαθύτατα ιδεολόγος και στρατευμένος ποιητής κατάφερε να είναι συνάμα εντόνως ερωτικός, καθώς αντί να φωνασκεί και να συμφύρεται, πήρε ‘λαφρύς και περιττός τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου