Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Σκέψεις μετά από μια στρατιωτική παρέλαση...



Σε μεγάλες σκέψεις μπήκαν και φέτος οι θεατές της στρατιωτικής παρέλασης για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη, αφού -εκτός από εκείνη των αρμάτων- μπροστά στα μάτια τους έγινε και μια παρέλαση... σκανδάλων.
Η πρώτη «επαφή» με τα σκάνδαλα έγινε κατά την παρέλαση του μηχανοκίνητου Τάγματος Πεζικού, όπου υπήρχε και μια διμοιρία αντιαρματικών εκτοξευτών μεγάλου βεληνεκούς Kornet.
Η προκαταρκτική έρευνα που διενεργήθηκε για τους συγκεκριμένους κατέληξε στην άσκηση ποινικών διώξεων για τα αδικήματα της δωροδοκίας, δωροληψίας με την επιβαρυντική περίσταση του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου, καθώς και για ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, με συνέπεια να συλληφθούν στις 6 Οκτωβρίου ο αντιπρόσωπος όπλων Κωνσταντίνος Δαφέρμος, ο γιος του και ένα στέλεχος της εμπλεκόμενης εταιρείας.
Μετά την απολογία τους, ο πρώτος προφυλακίστηκε, ενώ οι υπόλοιποι δύο αφέθηκαν ελεύθεροι με εγγύηση 80.000 ευρώ έκαστος.

Αντιαρματικά και τανκς...

Στρατιωτική παρέλαση 28ης Οκτωβρίου στην Θεσσαλονίκη  
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Κ. Δαφέρμος και οι συνεργάτες του διακίνησαν «μαύρο» χρήμα ύψους 3.000.000 ευρώ για την αγορά των Kornet, για τα οποία είχε κάνει σχετικές αποκαλύψεις πριν από ένα χρόνο ο άλλοτε αναπληρωτής διευθυντής εξοπλισμών Αντώνης Κάντας.
Η αγορά των ρωσικών αντιαρματικών κόστισε περίπου 140.000.000 ευρώ.
Θα ακολουθήσουν τα τεθωρακισμένα και ανάμεσά τους θα ξεχωρίζουν τα Leopard.
Ενα σκάνδαλο, για το οποίο την 1η Αυγούστου διαβιβάστηκε στη Βουλή δικογραφία που σχετίζεται με τη σύμβαση των αντισταθμιστικών ωφελημάτων που υπεγράφη στο πλαίσιο της κύριας σύμβασης για την αγορά τους (δεν προβλεπόταν η προμήθεια πυρομαχικών και έγινε ξεχωριστό πρόγραμμα).
Η ποινική δίωξη που ασκήθηκε αφορά δώδεκα κρατικούς αξιωματούχους που είχαν εμπλακεί στην επίμαχη σύμβαση, αλλά και τον αντιπρόσωπο όπλων της εταιρείας Krauss-Maffei-Wegmann (KMW), Θωμά Λιακουνάκο.
Η δίωξη για τους κρατικούς αξιωματούχους αφορά τα αδικήματα της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος κατά του Δημοσίου, ενώ ο επιχειρηματίας βαρύνεται με ηθική αυτουργία στην απιστία και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα.
Μέχρι πριν από ένα χρόνο υπήρχε πρόβλημα με τα βλήματα, ώσπου στις 15 Αυγούστου 2014 -σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της εταιρείας Rheinmetall- η Ελλάδα υπέγραψε σύμβαση αξίας περίπου 52 εκατ. ευρώ για αγορά πυρομαχικών.
Η παραγγελία περιελάμβανε την προμήθεια 12.000 βλημάτων διαμετρήματος 120 χιλιοστών, η οποία γίνεται σε συμπαραγωγή με τα ΕΑΣ.
Στις 22/06/2014 ο γερμανικός Τύπος έγραφε πως στην έρευνα που διεξάγει η εισαγγελία του Μονάχου βρίσκονται και δύο πρώην βουλευτές του SPD, οι οποίοι εισέπραξαν από την KMW περισσότερα από 5 εκατ. ευρώ, καθώς διαμεσολάβησαν για την πώληση των Leopard στην Ελλάδα. Τα 170 άρματα κόστισαν 1,7 δισ. ευρώ.
Μετά τα τεθωρακισμένα θα ακολουθήσει μια πυροβολαρχία αρμάτων PzH2000GR, για την απόκτηση των οποίων πληρώσαμε περίπου 200 εκατ. ευρώ και πρόσφατα (22/10/2015) ένας 72χρονος πρώην μάνατζερ της Krauss-Maffei-Wegmann (KMW), που δικάζεται στο Μονάχο για φοροδιαφυγή, ξέπλυμα βρόμικου χρήματος και απόπειρα απάτης, παραδέχτηκε ότι δωροδοκήθηκαν Ελληνες αξιωματούχοι.

Βαρύ πυροβολικό

Προετοιμασίες για την στρατιωτική παρέλαση στην Θεσσαλονίκη  
Η γερμανική εισαγγελία εκτιμά ότι για την προμήθεια των 24 οβιδοβόλων πληρώθηκαν «μίζες» ύψους 7,9 εκατ. ευρώ.
Στα καθ’ ημάς, στις 3/1/2014 προφυλακίστηκε ο 78χρονος Δημήτρης Παπαχρήστος, εκπρόσωπος της γερμανικής εταιρείας, που κατηγορείται ότι έδωσε στον Αντώνη Κάντα ως «δώρο» για την προμήθεια συνολικό ποσόν 750.000 ευρώ.
Στα όπλα που θα παρελάσουν με το αντιαεροπορικό Πυροβολικό ξεχωρίζουν τα γερμανικά Stinger ASRAD και τα ρώσικα TOR-M1.
Για τα πρώτα, στα τέλη Ιουλίου έγινε προς το υπουργείο Εθνικής Αμυνας από την πλευρά της εταιρείας Rheinmetall μια πρόταση συμβιβασμού πληρωμής 40 εκατ. ευρώ για τις ομολογημένες από την πλευρά της εταιρείας δωροδοκίες.
Η σύμβαση αφορούσε 54 αντιαεροπορικά συστήματα αξίας ύψους 140 εκατ. ευρώ.
Είναι ένα από τα σκάνδαλα για τα οποία κατηγορείται ο 83χρονος αντιπρόσωπος της γερμανικής εταιρείας «STN ATLAS» Παναγιώτης Ευσταθίου, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και στο απολογητικό του υπόμνημα παραδέχεται ότι πλήρωσε σε στρατιωτικούς 800.000 ευρώ.
Οσον αφορά τα TOR-M1, στις 22 Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η παραπομπή σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων πέντε ατόμων για παράνομο χρηματισμό.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Εξοπλισμών του ΥΕΘΑ Ιωάννης Σμπώκος.
Η κατηγορία αφορά τη διακίνηση παράνομων αμοιβών για την αγορά των ρωσικών αντιαεροπορικών μέσω της εταιρείας Clavis. Οι εκτιμήσεις μιλούν για ποσά ύψους 12 εκατ. ευρώ.
Για τα ίδια όπλα, εξάλλου, στις 11 Φεβρουαρίου το τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων καταδίκασε τον πρώην υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου Ντίνο Μιχαηλίδη και τον γιο του Μιχάλη σε κάθειρξη 15 ετών τον καθένα και άλλους τρεις κατηγορουμένους, τη μια με 12 έτη κάθειρξη και τους άλλους δύο σε ισόβια.
Σύμφωνα με την απόφαση, οι καταδικασθέντες διευκόλυναν στη διακίνηση εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία μέσω υπεράκτιων εταιρειών και λογαριασμών κατέληγαν στον Ακη Τσοχατζόπουλο.

«Ερμής» ο σκανδαλοφόρος

Η παρέλαση έκλεισε με τις Διαβιβάσεις και δυο κλωβούς του Συστήματος Επικοινωνιών Ζώνης Μάχης (ΣΕΖΜ) «Ερμής», σκάνδαλο για το οποίο πριν από λίγες ημέρες (19/9/2015) καταδικάστηκε με ισόβια ο Ιωάννης Σμπώκος, με κάθειρξη 25 ετών ο Αντώνης Κάντας και με κάθειρξη 20 ετών το πρώην στέλεχος της Διεύθυνσης Εξοπλισμών Νίκος Λεονταρίτης.
Το δικαστήριο επιδίκασε επίσης αποζημίωση υπέρ του ελληνικού Δημοσίου 25 εκατ. ευρώ και καταβολή 500.000 ευρώ ο καθένας ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη το Δημόσιο.
Το «Ερμής» αρχικά ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1993, έπειτα από σύμβαση του ΓΕΣ με τη Siemens.
Η δεύτερη φάση του, το «Ερμής ΙΙ», κόστους 360 εκατ. ευρώ, ανατέθηκε στην EAB με υποκατασκευαστή τη γνωστή γερμανική εταιρεία. Το έργο δεν έχει χρονοδιάγραμμα (!) και μέχρι τώρα δεν έχει παραδοθεί στον στρατό.

Και από αέρος

Στρατιωτική παρέλαση 28ης Οκτωβρίου στην Θεσσαλονίκη  
Η παρέλαση πλαισιώθηκε από τα ιπτάμενα μέσα του Στρατού Ξηράς κι ανάμεσά τους ξεχώριζαν τα ελικόπτερα ΝΗ-90 από τα οποία έχουμε παραλάβει 12 και πετάνε συνήθως δύο, ενώ τα υπόλοιπα από τις συνεχείς βλάβες είναι καθηλωμένα.
Για την αγορά τους και τη νομιμότητα της σύμβασης που υπεγράφη στις 16 Ιουλίου μεταβιβάστηκε από το υπουργείο Αμυνας στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτου το πόρισμα της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, στο οποίο και καταγράφονται αρκετές παρατυπίες.

Ακόμα.... γέρνουν

Τέλος, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης βρέθηκε, προκειμένου να το επισκέπτεται το κοινό, και το υποβρύχιο «Παπανικολής».
Το υποβρύχιο που στις 30 Σεπτεμβρίου 2006 αρνήθηκε να παραλάβει το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, με το αιτιολογικό ότι παρουσίαζε πρόβλημα ευστάθειας (έπαιρνε κλίση 45%-60%).
Μετά την αποκατάσταση του προβλήματος, το Πολεμικό Ναυτικό το παρέλαβε στις 2 Νοεμβρίου του 2010.
Το σκάφος θυμίζει, παράλληλα, το σκάνδαλο των υποβρυχίων, για το οποίο πληρώσαμε πάνω από δύο δισ. ευρώ (περίπου το 90% της σύμβασης) και εντούτοις έχουμε πάρει μόλις δυο -τα άλλα δύο («Κατσώνης» και «Ματρόζος») βρίσκονται στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, ενώ το πρόγραμμα για τα άλλα δυο που υπέγραψε ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει «παγώσει»... Και του χρόνου!

                                                                                                      Πηγή: efsyn.gr

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Οι μαυραγορίτες στην κατοχή...


 
Η γερμανοϊταλική κατοχή ήταν εξαιρετικά καταπιεστική, αρπακτική και βίαιη, όχι μόνο λόγω του φασιστικού χαρακτήρα του καθεστώτος των χωρών αυτών, αλλά και επειδή ο πόλεμος συνεχιζόταν τόσο στη Β. Αφρική όσο και κυρίως στην αχανή Ρωσία. Χρειαζόταν συνεπώς ο Αξονας οικονομικούς πόρους σε χρήμα, πρώτες ύλες και μεταφορικά μέσα, προκειμένου να συνεχίσει τις κατακτητικές του διαθέσεις σε άλλα μέτωπα. Από την άλλη πλευρά, τόσο η προπολεμική οικονομική κατάσταση της Ελλάδας όσο και οι καταστροφές του εξάμηνου πολέμου δημιουργούσαν εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για την επιβίωση των Ελλήνων.
Η δυσκολία ανεφοδιασμού των πόλεων σε τρόφιμα, ιδίως στην τραγική περίοδο του χειμώνα 1941-1942, δεν οφείλεται μόνο στην έλλειψη μεταφορικών μέσων και καυσίμων, ούτε στην κακή κατάσταση του συγκοινωνιακού δικτύου, ούτε μόνο στην ανεπάρκεια της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, δεδομένου βεβαίως του αποκλεισμού από τους Συμμάχους. Ενα μεγάλο μέρος των δυσκολιών στον ανεφοδιασμό των πόλεων και κυρίως της Αθήνας με τρόφιμα οφείλεται στους μηχανισμούς που πολύ γρήγορα αναπτύχθηκαν στην κατοχική περίοδο.
Ο τρόπος των συναλλαγών
Αρκετά σημαντικό ρόλο στην ανεπάρκεια των τροφίμων φαίνεται ότι έπαιξε η γενικευμένη και δικαιολογημένη άρνηση των αγροτών να παραδώσουν υποχρεωτικά τα βασικά αγροτικά προϊόντα τους στους οργανισμούς συγκέντρωσης. Βεβαίως η συγκέντρωση των σιτηρών από την ΚΕΠΕΣ (Κεντρική Επιτροπή Προστασίας Εγχωρίου Σιτοπαραγωγής) γινόταν και προπολεμικά σε εθελοντική βάση και διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των τιμών και συνεπώς στη βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος.
Μπροστά στην αποτυχία του συστήματος της υποχρεωτικής συγκέντρωσης σιτηρών από τις κατοχικές αρχές, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα διατροφής των κατοίκων των πόλεων τον Ιούλιο του 1941, προτάθηκε η ανταλλαγή (πληρωμή των αγροτών) να γίνεται όχι μόνο σε χρήμα αλλά και σε είδη του ελληνικού μονοπωλίου (σαπούνι, λάδι, αλάτι και σπίρτα). Ούτε και αυτή η προσπάθεια πέτυχε, καθώς όσο περνούσε ο καιρός οργανωνόταν η «μαύρη αγορά», όπου σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής «μια οκά φασόλια» επισήμως τιμάται 35 δρχ. αντί 300 δρχ. στη «μαύρη αγορά» και το «ελαιόλαδον… 40-50 δρχ. αντί 400 την οκάν» («Πρωία», 10.9.1941). Βεβαίως οι συναλλαγές της μαύρης αγοράς σε χρήμα αφορούσαν μεγάλες ποσότητες και έτσι ήταν δυνατόν το χρήμα αυτό να μετατραπεί άμεσα σε χρυσό, ενώ στις καθημερινές μικρές ανταλλαγές το σιτάρι αποτελούσε το σταθερό μέτρο συναλλαγών και το χρήμα είχε συμβολική σημασία στον αγροτικό χώρο λόγω του ανεξέλεγκτου, όπως θα δούμε, πληθωρισμού.
Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τα αστικά κέντρα, και ιδιαίτερα η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια του πολέμου αλλά και μετά την κατάρρευση του μετώπου και την εχθρική εισβολή τον Απρίλιο – Μάιο του 1941 αποτέλεσαν καταφύγια για μεγάλες μάζες αγροτικού πληθυσμού, ο οποίος μέσα σε συνθήκες πανικού και εξαθλίωσης προσπαθούσε να αποφύγει τους βομβαρδισμούς και την άγρια εισβολή ιδίως των Βουλγάρων στη Μακεδονία.
Οι συνέπειες του υποσιτισμού
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1941 άρχισαν να φαίνονται καθαρά οι συνέπειες του υποσιτισμού και τον Νοέμβριο άρχισαν οι πρώτοι θάνατοι από την πείνα. Υπάρχουν διαφορετικοί υπολογισμοί για τους θανάτους από την πείνα, όμως ο ακριβής αριθμός δεν έχει τόση σημασία. Σύμφωνα με πολύ μετριοπαθείς εκτιμήσεις, μόνο τον Μάρτιο του 1942, οπότε κορυφώθηκε η πείνα, πέθαναν 4.500 άτομα περισσότερα από τον αντίστοιχο μήνα του 1940 (σε ειρηνική περίοδο). Οι πλέον προχωρημένες εκτιμήσεις αναφέρουν περίπου χίλιους θανάτους την ημέρα στην περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά την περίοδο εκείνη, πράγμα που σημαίνει ότι ο συνολικός αριθμός ξεπερνά τις 300.000.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Επιτροπής Σμπαρούνη σχετικά με τις επισιτιστικές ανάγκες της Ελλάδας, στην οποία συμμετείχαν εκτός από τον Α. Σμπαρούνη ως πρόεδρο και οι Ζολώτας, Αγγελόπουλος, Ευελπίδης κ.ά., η κρατική προσπάθεια μέσω του «Δελτίου Τροφίμων» την περίοδο Ιουλίου 1941 – Μαρτίου 1942 δεν εξασφάλισε στον πληθυσμό της Αθήνας ούτε το 30% του ελάχιστου ορίου θερμίδων για την επιβίωση ενός ανθρώπου.
Οι υπόλοιπες ανάγκες έπρεπε να καλυφθούν από άλλες πηγές, οι οποίες δεν μπορούσαν να είναι παρά η μαύρη αγορά, η άμεση προμήθεια από συγγενείς στο χωριό και σε ορισμένες περιπτώσεις η κλοπή των τροφίμων είτε από τους εμπόρους-«μαυραγορίτες» είτε από τις δυνάμεις κατοχής από τους περίφημους «σαλταδόρους» κτλ.
Σε μια πρώτη φάση η μαύρη αγορά αφορούσε έναν τεράστιο αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι με διάφορους τρόπους μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα από διάφορες πηγές και με διάφορα μέσα. Τους πρώτους μήνες της πείνας ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων των αστικών κέντρων και κυρίως της Αθήνας μετακινούνταν προς τις αγροτικές περιοχές για αναζήτηση τροφίμων, συχνά με ζώα και ακόμη και με τα πόδια. Σε όλες αυτές τις διαδρομές των «καραβανιών» όπως ήταν επόμενο αναπτύχθηκαν ληστοσυμμορίες που επωφελούνταν από την ουσιαστική απουσία αστυνόμευσης στην περίοδο της Κατοχής, παρά τις σπασμωδικές προσπάθειες καταστολής από το κατοχικό καθεστώς.
Η υποτίμηση του χρήματος
Αργότερα οι συμμορίες αυτές σχεδόν εξαφανίστηκαν χάρη στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Εθνικής Αντίστασης. Σταδιακά, τα δίκτυα της μαύρης αγοράς πέρασαν σε λιγότερα χέρια και οργανώθηκαν περισσότερο, ενώ ταυτόχρονα αναπτύχθηκαν στις πόλεις προμηθευτικοί συνεταιρισμοί. Ηδη στις αρχές του 1942 το φαινόμενο των συνεταιρισμών είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Σχεδόν όλα τα αστικά επαγγέλματα είχαν καταφέρει να οργανώσουν καταναλωτικούς συνεταιρισμούς.
Τα κυριότερα αίτια της αύξησης του πληθωρισμού θα πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στην έλλειψη των αγαθών σε σχέση με τη ζήτηση (πράγμα που εξέθρεψε τη μαύρη αγορά), αλλά και στη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική των αρχών της Κατοχής. Είναι γνωστό ότι οι κατοχικές αρχές «δέχτηκαν» να καταβάλουν τεράστια ποσά σε δραχμές στις δυνάμεις του Αξονα ως «δαπάνες Κατοχής». Η πληρωμή των δαπανών Κατοχής αυξήθηκε με πολύ υψηλούς ρυθμούς από 25 εκατ. δρχ. τον Νοέμβριο του 1941 σε 850 εκατ. δρχ. τον Αύγουστο του 1943. Ταυτόχρονα το σύστημα είσπραξης δημοσίων εσόδων από φόρους και δασμούς είχε προφανώς καταρρεύσει.
Οι δαπάνες της κατοχικής κυβέρνησης ωστόσο ήταν σημαντικές, προκειμένου να πληρώσει τις δαπάνες Κατοχής στον κατακτητή και να καλύψει τις εσωτερικές ανάγκες (μισθοί κτλ.). Προφανώς το τεράστιο έλλειμμα που προέκυπτε χρηματοδοτείτο με έκδοση νέου χρήματος. Ετσι η αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος έφθασε σε δυσθεώρητα ύψη, από 9 δισ. δρχ. τον Δεκέμβριο του 1939 σε 450.000 δισ. τον Ιούνιο του 1944 (Εκθεση Σμπαρούνη), με αποτέλεσμα την ταχύτατη υποτίμηση του χρήματος, δηλαδή την τεράστια μείωση της αγοραστικής του δύναμης. Οσοι μπορούσαν να μετατρέπουν τις δραχμές σε χρυσό έβγαιναν κερδισμένοι τελικά περισσότερο από αυτούς που συσσώρευαν εμπορεύματα, κυρίως τρόφιμα, με στόχο να επωφεληθούν από τη συνεχή άνοδο της τιμής τους. Πράγματι για μια σειρά συγκυριακούς λόγους, που συνδέθηκαν με τις συμμαχικές στρατιωτικές επιτυχίες στις αρχές Νοεμβρίου του 1942, οι τιμές των τροφίμων έπεσαν κατά 50%. Την πτώχευση αυτή προφανώς πλήρωσαν περισσότερο οι μικροί και σχετικά απληροφόρητοι κερδοσκόποι, οι ποσότητες των τροφίμων στην αγορά διπλασιάστηκαν, διότι οι «μαυραγορίτες» άνοιξαν τις αποθήκες τους φοβούμενοι ότι οι επιτυχίες των συμμάχων θα οδηγούσαν σε άρση του ναυτικού αποκλεισμού της χώρας. Μερικοί θυμούνται ακόμη το επιφώνημα των εμπόρων «αγάντα Ρόμελ!» την περίοδο εκείνη.
Η μεταφορά του πλούτου
Από όλη αυτή την πληθωριστική διαδικασία ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής προέκυψε μια μεταφορά πλούτου από το σύνολο σχεδόν του αστικού πληθυσμού προς τους «επιτήδειους εμπόρους»-«μαυραγορίτες», οι οποίοι συσσώρευσαν τεράστιες περιουσίες και σταδιακά ανέτρεψαν την οικονομική και κοινωνική ιεραρχία στη διάρκεια της Κατοχής και κυρίως μετά την απελευθέρωση.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, στην περίοδο της Κατοχής άλλαξαν χέρια τεράστιες περιουσίες, από κινητά αντικείμενα αξίας (κοσμήματα, χρυσαφικά, αντικείμενα τέχνης κ.ά.) ως και ακίνητα (κατοικίες, διαμερίσματα, οικόπεδα). Υπάρχουν σχετικές πληροφορίες ότι πουλήθηκαν ακίνητα την περίοδο εκείνη στο 15%-25% της πραγματικής τους αξίας.
Η «κρίση» της μαύρης αγοράς του Νοεμβρίου του 1942 ξεπεράστηκε από τους κερδοσκόπους σχετικά γρήγορα. Ωστόσο η κατάσταση στην αγορά τροφίμων κάπως βελτιώθηκε λόγω της αυξημένης εξωτερικής βοήθειας που ήδη είχε αρχίσει να επιτρέπεται, κυρίως στα πλαίσια των προσπαθειών του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Ετσι σταδιακά από τον Απρίλιο του 1942 σουηδικά πλοία μετέφεραν καναδικό σιτάρι.
Τα επισιτιστικά προβλήματα των αστικών κέντρων οδήγησαν αναγκαστικά τις αρχές Κατοχής να εντείνουν τις προσπάθειες συγκέντρωσης αγροτικών προϊόντων χρησιμοποιώντας νέες μεθόδους. Σύμφωνα με το νομοθετικό διάταγμα του Απριλίου του 1942, αναβίωσε η φορολόγηση των αγροτών με το παλαιό σύστημα της δεκάτης, δηλαδή της υποχρεωτικής παράδοσης στις φορολογικές αρχές ενός δεκάτου της αγροτικής παραγωγής. Ταυτόχρονα εισήχθη το λεγόμενο «παρακράτημα» για τους μεγάλους παραγωγούς, δηλαδή η υποχρεωτική παρακράτηση ενός τμήματος της παραγωγής πέραν της δεκάτης αντί ενός αντιτίμου αυθαίρετα καθοριζομένου από το κατοχικό κράτος. Οι σχετικοί πίνακες ανηρτώντο στα κοινοτικά γραφεία με στόχο την «αλληλοκαταγγελία» των αγροτών για ψευδείς δηλώσεις. Βεβαίως αντί αλληλοκαταγγελίας έγινε «αλληλοσυγκάλυψη» και το βάρος ελέγχου έπεσε στην αρμόδια επιτροπή.
Οπως ήταν αναμενόμενο, στις περισσότερες περιπτώσεις όλα ή μερικά από τα πρόσωπα των διαφόρων επιτροπών δεν εκτελούσαν τις διαταγές των κατοχικών αρχών, κερδίζοντας έτσι και την εμπιστοσύνη των αγροτών. Πολλά από τα μέλη των επιτροπών αυτών αναδείχθηκαν έτσι τοπικοί ηγέτες της Εθνικής Αντίστασης.
Ολη αυτή η προσπάθεια των αρχών Κατοχής τελικά ελάχιστα απέδωσε σε σχέση με τα αναμενόμενα και δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα του επισιτισμού των αστικών κέντρων. Αντίθετα δημιούργησε και στον αγροτικό χώρο συνθήκες έντονης δυσαρέσκειας, η οποία δεν άργησε να μετατραπεί σε αντίδραση κατά των κατοχικών δυνάμεων και να ενισχύσει την προσπάθεια της Εθνικής Αντίστασης, που ήδη είχε αρχίσει να οργανώνεται στον αγροτικό χώρο.
                 
                                                                                    Ναπολέων  Μαραβέγιας / tovima.gr

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Εικόνες από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο...

         Φωτογραφίες από το Αλβανικό Μέτωπο του Δημήτρη Χαρισιάδη...

  
Ο Δημήτρης Χαρισιάδης σε χιονισμένο τοπίο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Οι φωτογραφίες του Χαρισιάδη από την πορεία του ελληνικού στρατού στο Αλβανικό Μέτωπο αποτέλεσαν αφετηρία της δικής του πορείας ως φωτογράφου.

 Ο Δημήτρης Χαρισιάδης (1911-1993), ο οποίος καταγόταν από την Καβάλα και σπούδασε Χημεία στην Ελβετία, θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της νεοελληνικής φωτογραφίας. Υπήρξε επίσημος φωτογράφος του ελληνικού στρατού κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και αποτύπωσε με το φωτογραφικό του φακό σκηνές από την πορεία και τη ζωή των Ελλήνων στρατιωτών στο Αλβανικό Μέτωπο. 
 Οι φωτογραφίες του Χαρισιάδη από τη Βόρειο Ήπειρο, πέρα από το ότι αναμφισβήτητα αποτελούν ντοκουμέντα ενός πολύ σημαντικού ιστορικού γεγονότος της νεότερης ελληνικής ιστορίας, διακρίνονται για την ανθρωπιστική ματιά και τον καλλιτεχνικό τους χαρακτήρα. Παρουσιάζουν εξιδανικευμένες, όμορφες, θα έλεγα, εικόνες από το πολεμικό μέτωπο, με χαρούμενα και γελαστά πρόσωπα στρατιωτών και γαλήνια χιονισμένα τοπία. Ασφαλώς, όμως, ο πόλεμος στην πραγματικότητα δεν ήταν και δεν είναι όμορφος.

         Με αφορμή, λοιπόν, την επέτειο για την 28η Οκτωβρίου, ιδού μία επιλογή από αυτές τις φωτογραφίες που φυλάσσονται στα Ιστορικά Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη. 


Μία από τις πιο γνωστές φωτογραφίες του Χαρισιάδη. Σκηνή καθημερινότητας με στρατιώτες του ελληνικού στρατού. Ανέμελα και χαμογελαστά πρόσωπα υπό τη νοσταλγική μουσική του ακορντεόν. Άραγε, ποια ήταν η τύχη αυτών των στρατιωτών στο πολεμικό μέτωπο;
Δ. Χαρισιάδης, Αλβανικό Μέτωπο. 1940.

Δ. Χαρισιάδης, Στρατιωτική επιθεώρηση. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.

 
Aγέρωχος και υπερήφανος στο άλογό του, ο Έλληνας στρατιώτης ατενίζει πέρα μακριά.
Δ. Χαρισιάδη, Έφιππος στρατιώτης. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.


Γαλήνια τοπία που δεν θυμίζουν πόλεμο. Ο πόλεμος, όμως, ήταν εκεί...
Δ. Χαρισιάδης, Άποψη της κοιλάδας του Μοράβα. Κορυτσά. Β. Ήπειρος. 1940.

Δ. Χαρισιάδης, Άποψη χιονισμένου χωριού. Β. Ήπειρος. 1940.

Δ. Χαρισιάδης, Άποψη χιονισμένου χωριού. Β. Ήπειρος. 1940.

                               Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες σε χιονισμένο τοπίο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.


   Οι παρακάτω εικόνες με τους Έλληνες στρατιώτες σε δύσβατα χιονισμένα ορεινά μονοπάτια έχουν αποτυπωθεί στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων. Ο ελληνικός στρατός προέλασε νικηφόρα σε απόκρημνα μονοπάτια και δύσκολα περάσματα, μέσα στα παγωμένα χιόνια και το δυνατό κρύο. 
Δ. Χαρισιάδης, Έφιπποι στρατιώτες σε χιονισμένο τοπίο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.


Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες σε δύσκολο πέρασμα. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.


Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες σε χιονισμένο τοπίο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



Το γράμμα από αγαπημένο πρόσωπο. Η παρηγοριά του στρατιώτη...
Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτης που διαβάζει γράμμα. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



Σα να βρίσκονται σε εκδρομή...
  Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες σε κατασκήνωση. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες που τρώνε. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



Μακριά από την πατρίδα και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Του είπαν ότι θα νικήσει και όχι ότι θα ηττηθεί.
Δ. Χαρισιάδης, Ιταλός αιχμάλωτος που τρώει. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



   Δύο υπέροχες φωτογραφίες που θα μπορούσε να είναι πίνακες ζωγραφικής με σκηνές από την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων της ορεινής υπαίθρου. Τίποτα δεν θυμίζει ότι η περιοχή των φωτογραφικών εικόνων ήταν πεδίο πολεμικής σύγκρουσης.



Η σκια της μαυροφορεμένης γυναίκας αντανακλάται στο καλντερίμι του δρόμου του χωριού. Διακρίνονται τα σπίτια του χωριού.
Δ. Χαρισιάδης, Γυναίκα που περπατάει σε χωριό της Β. Ηπείρου. 1940.





                          Το χιόνι  με τη λευκότητά του καλύπτει και εξωραΐζει τα πάντα.
Δ. Χαρισιάδης, Γυναίκα με παιδί και κατσίκες σε χιονισμένο τοπίο. Β. Ήπειρος. 1940.



                                              Πηγή: http://www.benaki.gr

Μιλώντας (ατυχώς) στα παιδιά για επετείους...


shmaia


Tα πολύ μικρά παιδιά μαθαίνουν Ιστορία; Ποια Ιστορία και κυρίως, πώς;
Όταν αναφερόμαστε στην Ιστορία μιλάμε για το παρελθόν, για μνήμες, γεγονότα, καταστάσεις, κοινωνικούς σχηματισμούς. Παρελθόν σημαίνει ξεκαθάρισμα της έννοιας ‘χρόνος’. Τα πολύ μικρά παιδιά έχουν διαφορετική αντίληψη του χρόνου από τα μεγαλύτερα αδέλφια τους και από εμάς τους ενηλίκους. Ζουν στο σήμερα και οι έννοιες ‘στην ΧΨΖ εποχή’, ‘αιώνες’, ‘π. Χ’ και ‘μ. Χ.’ τους είναι εξαιρετικά νεφελώδεις .
Γι’ αυτό το λόγο το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο όρισε την έναρξη της διδασκαλίας της Ιστορίας στην Γ’ δημοτικού (8-9 ετών) και μάλιστα από την μυθολογία και τα ομηρικά έπη, δηλαδή από κάτι ‘σαν παραμύθι’ και μόνο στο β’ εξάμηνο της τάξης εισάγεται η Ιστορία με τη διδασκαλία της ελληνικής προϊστορίας (νεολιθικός, μινωικός, μυκηναϊκός πολιτισμός).
Μέρες που  έρχονται διαβάσαμε δύο από τους  τίτλους της σειράς Η πρώτη μου Ιστορία (Φ. Μανδηλαράς, εικ. Ναταλία Καπατσούλια εκδ. Παπαδόπουλος) με θέμα τις εθνικές επετείους, Το έπος του ’40 και την Εξέγερση του Πολυτεχνείου, τα οποία απευθύνονται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και των  πρώτων τάξεων του δημοτικού.
Για να έχουμε κάποια σταθερή αναφορά, ανατρέξαμε στα προγράμματα σπουδών του νηπιαγωγείου και των τάξεων Α’ και Β’ δημοτικού όπου συστήνεται στους εκπαιδευτικούς να δώσουν έμφαση στις αξίες ελευθερία, ειρήνη, δημοκρατία και όχι στα μπαμ μπουμ.
Ο Φ. Μανδηλαράς έγραψε βιβλία για τα ορόσημα της εθνικής και της παγκόσμιας Ιστορίας και μάλιστα έμμετρη με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.
Παραδείγματα  από το Έπος του ’40.
Διαβάσαμε για τον τορπιλισμό της ΈΛΛΗΣ, για τους  Έλληνες που φώναξαν ΑΕΡΑΑΑΑ και πήραν το Πόγραδετς, το Αργυρόκαστρο, την Κορυτσά και τραγούδησαν Κορόιδο Μουσολίνι και κορόιδεψαν τον φουκαρά τον Ντούτσε που έβαλε τη στολή του.
Και όταν έφτασαν οι Γερμανοί…

… Όμως αυτή η άνοιξη χαρά δεν πρόκειται να φέρει
στους Έλληνες ο πόλεμος στήνει απαίσιο καρτέρι.
Οι Γερμανοί θα επιτεθούν πριν τη Μεγαλοβδομάδα,
να κατακτήσουν θέλουν όλη την Ελλάδα.

Όσο κι αν αντιστάθηκε ο στρατός
όσο κι αν τρόμαξε ο εχθρός,
την Ελλάδα οι Γερμανοί την κατακτήσαν
και τα όπλα τους παντού τα στήσαν.
Μερικά στιχάκια από την Εξέγερση του Πολυτεχνείου, όπου παρουσιάζονται χρονολογικά οι δεκαετίες μέχρι τις ημέρες του Νοεμβρίου του 1973.

1946-49        Εμφύλιος πόλεμος
Τελειώνει ο πόλεμος, φεύγουν οι Γερμανοί
μα οι Έλληνες για ειρήνη δεν είναι ικανοί.
Τα μίση πιάνουν, σκοτώνει αδελφός τον αδελφό,
στη φυλακή τον στέλνει, σε τόπο ερημικό.
                                   
1967              Τότε, τρεις μαριονέτες, που όταν τις έβλεπες σε έπιανε ναυτία,
αποφάσισαν μεμιάς να καταργήσουν τη δημοκρατία.
Στρατιωτικές στολές φορέσανε καλοσιδερωμένες
και οι φαλάκρες φρόντισαν να είναι γυαλισμένες.

Αυτά τα βιβλία για τα μικρά παιδιά, τα περιέχουν όλα. Και γεγονότα και πρόσωπα- Μεταξάς-Μουσολίνι-Χίτλερ, και το τρίο των συνταγματαρχών μαζί με τον Παντοδύναμο Δημήτριο Ιωαννίδη, τον αρχηγό της Στρατιωτικής Αστυνομίας- και μια ιδέα αντάρτη στα βουνά και ημερομηνίες και γνωστά συνθήματα –Πότε θα κάνει ξαστεριά, ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΤΟ, Με το χαμόγελο στα χείλη, Πολεμήστε υπέρ βωμών και εστιών …
Το λεξιλόγιο, δύσκολο και ειδικό, όπως Άξονας, εισβολή, Νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τελεσίγραφο, εξουδετέρωση, κατοχή, Χούντα (σε υποσημείωση: απόλυτη εξουσία…), Δημοκρατία (σε υποσημείωση: το πολίτευμα που πηγάζει από το λαό, ασκείται από το λαό…), Εμφύλιος πόλεμος, ισονομία, το κίνημα κατά της χούντας, ανομία, δικτάτορες, …
Πλήθος τα ιδεολογικά κλισέ: οι κακοί εχθροί, ο καλός λαός, η ομοψυχία, τα πάθη και τα μίση ως χαρακτηριστικά της φυλής μας. Όσον δε αφορά την κακή αστυνομία στην εποχή της χούντας, άντε να εξηγήσεις γιατί συνέβαινε αυτό, ενώ όλοι θέλουμε την προστασία της.
Η εικονογράφηση ακολούθησε τη γραμμή του κειμένου με αστοχίες  όπως στο απόσπασμα για τη δεκαετία του ’60. Η εικόνα που συνοδεύει το τετράστιχο
 Η Ελλάδα είναι ακόμα διαιρεμένη,
όποιος μιλά ελεύθερα σπίτι του δεν μένει.
Δολοφονίες, ταραχές, ακυβερνησία,
στη χώρα βασιλεύει η ασυνεννοησία.
 δείχνει να σκίζεται το πανό με το σήμα της Ειρήνης και τα χαρακτηριστικά γράμματα ΕΛΛΑΣ. Εμείς οι ενήλικοι αναγνωρίζουμε ότι αναφέρεται στο Κίνημα της Ειρήνης και στον Γρηγόρη Λαμπράκη. Τα παιδιά όμως; Ακατανόητο κείμενο, ακατανόητη εικόνα.
Έστω ότι τα συγκεκριμένα βιβλία ανήκουν στην κατηγορία ‘βιβλία γνώσεων’. Για το λόγο αυτό στο τέλος υπάρχουν δυο σελίδες με τίτλο Μαθαίνω περισσότερα ώστε να συμπληρωθούν οι γνώσεις των αναγνωστών.
Σταχυολογούμε:
Η περίοδος πριν τη Δικτατορία
Η Δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967είναι ένα από τα επιμέρους αποτελέσματα του Ψυχρού πολέμου (σε υποσημείωση: ονομάζουμε τον ακήρυχτο πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ…) και εντάσσεται στα πλαίσια της προσπάθειας των ΗΠΑ να περιορίσουν την ανάμειξη των φιλοσοβιετικών (οπαδών του παράνομου τότε Κομμουνιστικού Κόμματος) αλλά και των προοδευτικών ελληνικών δυνάμεων στα κοινά…
Υποθετικές ερωτήσεις μικρών παιδιών στις οποίες πρέπει να απαντήσει ο ενήλικος: Τι θα πει ακήρυχτος; Και γιατί ένας πόλεμος είναι ψυχρός, δηλαδή κρύος; Ποια είναι αυτή η ΕΣΣΔ; Τι θα πει φιλοσοβιετικός; Τι είναι το παράνομο κόμμα; Τι θα πει Κομμουνιστικό Κόμμα; Τι θα πει προοδευτικές δυνάμεις;
Β’ Παγκόσμιος πόλεμος στην Ελλάδα
… Η αντίσταση που πρόβαλε ο ελληνικός στρατός αλλά και ο απλός λαός στον κατακτητή θεωρείται από πολλούς ιστορικούς πολύ μεγάλης σημασίας για την εξέλιξη του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να καθυστερήσουν την επίθεσή τους στη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα να τους πιάσει ο χειμώνας και τελικά να ηττηθούν…
… Μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας η χώρα χωρίστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής: την ιταλική, τη γερμανική και τη βουλγάρικη…
…Αυτό πυροδότησε το θυμό του Μουσολίνι, που διέταξε την κατάληψη της Ελλάδας, μόνο που τα σχέδιά του σκόνταψαν στην αποφασιστικότητα των Ελλήνων και στον καλό αμυντικό σχεδιασμό της χώρας…
Και άλλες ερωτήσεις να απαντηθούν: Αυτή η Σοβιετική Ένωση, τι είναι; Τι θα πει συνθηκολόγηση; Τι σημαίνει ζώνες κατοχής; Έγινε η Ελλάδα Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία; Όποιος θυμώνει μπορεί να κάνει πόλεμο; Τι είναι ο αμυντικός σχεδιασμός;
Αφού έτσι κι αλλιώς τα παραπάνω δεν είναι γραμμένα για να τα καταλάβουν παιδιά, μήπως θα ήταν πιο σωστό αυτά τα κείμενα να απευθύνονται στους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, όπως το εκπαιδευτικό σημείωμα στο τέλος του βιβλίου, στο οποίο τίθενται ζητήματα όπως πώς αφηγούμαστε το παρελθόν, πώς αιτιολογούνται πράξεις βίας, πώς να ερμηνεύσουμε συμπεριφορές, τι θα πει καλός και κακός…; Θα μπορούσε ακόμα να υπάρχει σχετική βιβλιογραφία για ενηλίκους ώστε να διευρύνουν το πεδίο των γνώσεών τους και να μην πελαγώνουν, οι ενήλικοι και τα παιδιά τους.
Αντίθετα, βιβλία με παρόμοιο θέμα, όπως Ο Μικρός στρατιώτης του Πάουλ Φέυρεπ (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες) και Ο Εχθρός του Ντάβιντε Καλί (εκδ. Πατάκη) διαβάζονται από κάθε ηλικία επειδή παρουσιάζουν την έννοια του πολέμου και του εχθρού χωρίς να αναφέρονται σε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός.
Το ζητούμενο λοιπόν στις μικρές ηλικίες είναι να γίνουν κατ’ αρχήν κατανοητές έννοιες  όπως ο πόλεμος, η αξία της ειρήνης και της ελευθερίας και όχι να μάθουν πρόσωπα και πράγματα, που δεν σημαίνουν τίποτα γι’ αυτά, ούτε να παπαγαλίσουν το τραγούδι της Βέμπο ή τα συνθήματα του Πολυτεχνείου.
Είναι επίσης προφανές ότι σήμερα, 70 χρόνια μετά από τη λήξη του πολέμου που σχεδόν εκλείπουν οι ζώντες φορείς των αναμνήσεων, κάθε ενήλικος βρίσκει τρόπους για να μιλήσει για αυτά τα ζητήματα στα παιδιά του.
Ως προς την παιδαγωγική που απορρέει από τα δύο βιβλία της σειράς Η πρώτη μου Ιστορία διακρίνουμε ότι βασίζεται σε μια παρωχημένη άποψη για τις εθνικές επετείους, δηλαδή μια στερεοτυπική αφήγηση των γεγονότων επενδυμένη με πολύ πατροπαράδοτο ελληνικό πατριωτισμό. Και μάλιστα σήμερα που το τι και πώς της Ιστορίας απασχολεί όχι μόνο τους ιστορικούς και τους εκπαιδευτικούς αλλά και το ευρύ κοινό.
Ως προς την ιστορική άποψη που παρουσιάζει Το Έπος του ’40, η παγκοσμιότητα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου επισκιάζεται, παρά τις επιμέρους αναφορές ότι ο πόλεμος αφορούσε κυρίως την Ευρώπη και δευτερευόντως την Ασία αν θέλαμε να είμαστε ακριβείς έπρεπε να αναφέρονται οι συγκρούσεις στη βόρεια Αφρική και η εμπλοκή των ΗΠΑ στο πλευρό των συμμάχων), από τον τοπικό χαρακτήρα της σύγκρουσης ‘Γερμανοί και Ιταλοί εναντίον Ελλήνων’.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τις μέρες της επετείου μικροί μαθητές εκδηλώνουν αντιγερμανικά και αντιιταλικά αισθήματα ακριβώς επειδή δημιουργούνται ανόητες ταυτίσεις.
Όσον αφορά δε την Εξέγερση του Πολυτεχνείου η αφήγηση των γεγονότων που οδήγησαν στη χούντα και στο Πολυτεχνείο είναι εντελώς ανεπιτυχής και δυσνόητη, ενώ εύκολα διαβάζεται το παρακάτω όπου παρουσιάζονται τα περιστατικά της κάθε ημέρας.
Το βιβλίο Η κυρά Δημοκρατία (Κωνσταντίνα Αρμενιάκου, εκδ. Κέδρος, 2006) είναι ένα παραμύθι με στόχο να μάθουν τα παιδιά, όπως δηλώνεται, τι γιορτάζουμε στις 17 Νοεμβρίου και να βοηθηθούν οι μεγάλοι να τους το εξηγήσουν.

Η συγγραφέας σκέφτηκε να ακολουθήσει την τυπολογία των κλασικών παραμυθιών ώστε να μην απομακρύνει τα μικρά από έναν τύπο διήγησης που τους είναι οικείος.
Η δράση τοποθετείται σε κλειστό περιβάλλον, κι επιλέγεται το ιδεατό χωριό της ελληνικής επαρχίας των περασμένων δεκαετιών.
Οι ήρωες σχεδιάζονται με γκροτέσκα σαφήνεια. Έχουμε τους καλούς ήρωες και τους κακούς. Οι καλοί είναι όλοι αυτοί που κινούνται στο άμεσο περιβάλλον των παιδιών, οι γονείς, οι γείτονες, οι φίλοι. Οι κακοί είναι η μάγισσα Ρία Δικτατορία και οι βοηθοί της, κάποιες φιγούρες γκρίζες και άβουλες με στολές, χρυσά κουμπιά, μαύρες ζώνες και πιστόλια.
Η σκιαγράφηση των ηρώων δεν αφήνει αμφιβολίες για τις προθέσεις τους: η καλή κυρά Δημοκρατία, που δε θέλει να είναι αρχηγός και να διατάζει, ακούει όλους γιατί, όπως λέει, «Όλοι μαζί είμαστε πάντα πιο δυνατοί» και…. είναι φυσικά η αρχηγός. Η κακιά κυρία Ρία Δικτατορία, φωνάζει θυμωμένα σαν τη μητριά της Χιονάτης: Γιατί αυτή κι όχι εγώ; (Σημειώνουμε τη χρήση των λέξεων «κυρά» και «κυρία», όπου η πρώτη παραπέμπει σε κάτι οικείο, ενώ η δεύτερη εμπεριέχει κάποια υποτυπώδη ειρωνεία).  Η Δημοκρατία φυλακίζεται, η Ρία βασιλεύει, κόσμος εξορίζεται, απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις και οι γνώμες. Όμως όπως είθισται, όλα τα καλά ξεκινούν από τα παιδιά:  ένα παιδί θυμάται το τραγούδι της αγαπημένης αρχηγού, το τραγούδι ταξιδεύει, όλοι ξυπνούν και φωνάζουν συνθήματα, οι άβουλοι στρατιωτικοί αλλάζουν στρατόπεδο, οι τοίχοι της φυλακής πέφτουν, από τα ερείπια ξεπροβάλει σκονισμένη…  η αγαπημένη κυρά του χωριού και η Ρία Δικτατορία το σκάει μακριά.
Το γνωστό σύνθημα του Πολυτεχνείου, το  «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», εκφράζεται από τον φούρναρη (ψωμί) που βαρέθηκε να εκτελεί εντολές, τον δάσκαλο (παιδεία) που δεν του άρεσε να του υποδεικνύουν πώς να μιλάει στα παιδιά, τον λαό (ελευθερία) που είχε υποφέρει από τα μη και τα πρέπει. Τέλος καλό…
στο μικρό χωριό,
τώρα που σώθηκαν από το κακό, μεγάλο στήνουνε χορό.
Έμαθαν και κατάλαβαν τα παιδιά τι συνέβηκε τότε, ή κάτι για τις έννοιες δημοκρατία, δικτατορία, εξορία, αρχηγός, εξουσία, λογοκρισία, περιορισμός, φυλακή; Πολύ αμφιβάλουμε!
Για να γελάσει λίγο το χείλι μας προτείνουμε την ξεκαρδιστική Παράσταση για κλάματα, του Γιώργου Παναγιωτάκη (εκδ. Κέδρος) με θέμα την προετοιμασία της σχολικής γιορτής της 28ης σ’ ένα δημοτικό σχολείο.  Μεταξύ αστείου και σοβαρού, και μέσα από τα κωμικά περιστατικά του μυθιστορήματος, οι ενήλικοι θα δουν πώς αντιλαμβάνονται τα παιδιά την έννοια της επετείου. Αντίστοιχο χιουμοριστικό κεφάλαιο και στο Ο Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές, του Πάνου Χριστοδούλου (επίσης στον Κέδρο).
Οι εθνικές επέτειοι είναι για τα παιδιά ημέρες διακοπών. Δεν έχουν ουδεμία σχέση με την αγάπη προς την πατρίδα και την Ιστορία.
Θα μπορούσαμε να δώσουμε άλλο περιεχόμενο και στα βιβλία και στις επετείους!

                                                                            Μαρίζα Nτεκάστρο / oanagnostis.gr

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Κυριακάτικο σινεμά: "ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ'' (1959)

 

Το Ιστολόγιο τιμά την επέτειο του"ΟΧΙ"με την προβολή της ταινίας 'Το νησί των γενναίων'', παραγωγής 1959, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Δαδήρα, σενάριο του Γιάννη Ιωαννίδη και μουσική του Μάνου Χατζηδάκι.

Ένας αξιωματικός του ελληνικού στρατού, ο Μανώλης (Αλέκος Αλεξανδράκης), φτάνει στην Κρήτη, αμέσως μετά την πτώση της στα χέρια των Γερμανών. Σε συνεργασία με αντάρτες και συμμάχους Άγγλους σαμποτέρ, υπό την ηγεσία του λοχαγού Τζον (Τάκης Χριστοφορίδης) συμμετέχει σε σαμποτάζ εγκαταστάσεων των Γερμανών. Τότε γνωρίζει και τη Μαρία (Αλίκη Γεωργούλη), που βοηθάει στην Αντίσταση. Η παλιά του αγαπημένη Ντόνα (Τζένη Καρέζη) θα του εξασφαλίσει κάποια μυστικά έγγραφα, τα οποία θα κλέψει από τον Γερμανό διοικητή (Λυκούργος Καλλέργης), ο οποίος θέλει να την παντρευτεί. Κατόπιν προδοσίας από έναν Έλληνα χαφιέ (Αρτέμης Μάτσας), η κοπέλα θα αποκαλυφθεί και θα οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα με άλλον ένα πατριώτη, το Νικόλα (Γκίκας Μπινιάρης), που ήταν μπάρμαν στο καμπαρέ που δούλευε η Ντόνα. Τελικά, ο νεαρός αξιωματικός θα τιμωρήσει τον προδότη και θα καταφέρει να διαφύγει στο Κάιρο μαζί με τη νέα του αγαπημένη...
Καλή Κυριακή!

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Οι πρόσφυγες ως πολιτική απειλή στην μεταπολεμική Αθήνα...



του Μενέλαου Χαραλαμπίδη
Η Μικρασιατική Καταστροφή και η αθρόα άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα από τον Σεπτέμβριο του 1922, δοκίμασε τις δομές του ελληνικού κράτους ως προς τις δυνατότητες αποκατάστασής των ξεριζωμένων, εν μέσω μίας ήδη τεταμένης πολιτικής και οικονομικής κατάστασης. Όσο για την κοινωνία που τους υποδέχτηκε, ήρθε αντιμέτωπη με την κατασκευή του «άλλου», του «ανεπιθύμητου». Ίσως για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, βρέθηκε να είναι ο εκφραστής της προκατάληψης και του ρατσισμού. Για τους γηγενείς, οι πρόσφυγες δεν ήταν πραγματικοί Έλληνες. Σχεδόν 90 χρόνια μετά, μετανάστες και πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως παράσιτα, επειδή επίσης δεν είναι… Έλληνες. Τι μπορεί να μας διδάξει το προσφυγικό ζήτημα, σήμερα; 

Η επαγγελματική αποκατάσταση των προσφύγων

Δεν ήταν όμως μόνο η πολιτισμική διαφορά ή οι προστριβές λόγω των επιτάξεων και των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων που επιδείνωναν τις σχέσεις προσφύγων και γηγενών. Οι αλλαγές που προκάλεσε η άφιξη των προσφύγων ήταν τόσο μεγάλες που δεν άφησαν ανεπηρέαστο κανένα τομέα. Οι πρόσφυγες αποτελούσαν ένα πολυάριθμο και χαμηλά αμειβόμενο εργατικό δυναμικό, το οποίο λειτουργούσε ανταγωνιστικά ως προς τους γηγενείς εργάτες. Οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες – σε μεγάλο βαθμό γυναίκες και ανήλικα παιδιά – προτιμούνταν από τους εργοδότες κυρίως ως ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, διότι ήταν διατεθειμένοι να εργαστούν με μικρότερες απολαβές. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι οι πρόσφυγες δεν έφεραν συνδικαλιστική εμπειρία - καθώς στα χωριά και τις μικρές πόλεις της Μ. Ασίας δεν είχε αναπτυχθεί συνδικαλιστικό κίνημα – τους καθιστούσε πολύτιμη δεξαμενή απεργοσπαστών.
Πράγματι, σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, πολλές ήταν οι περιπτώσεις όπου στις απεργιακές κινητοποιήσεις οι εργοδότες απαντούσαν με την πρόσληψη του συνδικαλιστικά ανοργάνωτου προσφυγικού εργατικού δυναμικού. Όπως επισήμαινε ο Δημήτρης Στρατής, γνωστός συνδικαλιστής του Μεσοπολέμου, σε επιστολή του προς το διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας A. Thomas στις 2 Μαρτίου 1927: «Η εργατική τάξη είναι αδύνατο να επιβληθεί στους εργοδότες οι οποίοι σε κάθε εργατική διεκδίκηση των οργανωμένων εργατών απαντούν με μαζικές απολύσεις, αντικαθιστώντας τους συνδικαλισμένους εργάτες με ασυνδικάλιστους από τους πρόσφυγες.»[1]
Δεν ήταν όμως μόνο η διάσταση ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς εργάτες η οποία τροφοδοτούσε τις προστριβές στους χώρους εργασίας. Οι εφημερίδες προσφυγικών συμφερόντων, αναδείκνυαν με κάθε ευκαιρία την αρνητική στάση των γηγενών απέναντι στους πρόσφυγες. Ένα από τα πλέον πρόσφορα πεδία ήταν αυτό των σχέσεων ανάμεσα στο γηγενή εργοδότη και τον πρόσφυγα εργάτη. Υπονομεύοντας την ταξική διάσταση της σχέσης - άλλωστε οι μεγάλες προσφυγικές εφημερίδες είχαν το ρόλο του διαμορφωτή της προσφυγικής κοινής γνώμης, της προβολής των προσφυγικών διεκδικήσεων και παράλληλα της εξασφάλισης ότι αυτές δεν θα συνδέονταν με ανατρεπτικά νοήματα - οι εφημερίδες αυτές πρόβαλαν περιπτώσεις όπου η σύγκρουση εργοδότη και εργαζομένου είχε ή ερμηνεύονταν από τον αρθογράφο ότι είχε, πολιτισμικά και όχι ταξικά αίτια. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος γραφής του κεντρικού άρθρου της ευρείας κυκλοφορίας προσφυγικής εφημερίδας Προσφυγικός Κόσμος, που στόχευε στο να φορτίσει συναισθηματικά τον αναγνώστη:

«Δύο πρόσφυγες εκ Σμύρνης ξυλουργοί, βιοπαλαισταί, προσεκλήθησαν εις ένα σπίτι περί την Βάθην, την περασμένην εβδομάδα δια να προσφέρουν τας υπηρεσίας των εις την επισκευήν των κουφωμάτων της οικίας. Οι άνθρωποι αυτοί, τότε μόνον έγιναν δεκτοί, από τον ιδιοκτήτην της οικίας να εργασθούν εις αυτήν, αφού εδήλωσαν προηγουμένος, καταλλήλως ερωτηθέντες, ότι δεν είνε πρόσφυγες, αλλά Ηπειρώται. Μήπως είσασθε πρόσφυγες; Ήταν το στυγνόν αλλά απειλητικόν ερώτημα. Και οι άνθρωποι εδήλωσαν ψευδώς ότι δεν ήσαν [...] Την τετάρτην ημέραν επήλθε το μοιραίον. Εζητήθη και ένας σουβατζής δι’ άλλας επισκευάς και αυτός προσεκομίσθη από την Καισαριανήν. Το λεκτικόν του όμως, ανεκαλύφθη από τον ιδιοκτήτην του σπιτιού και η ανακάλυψις επήρε μορφήν εγχειριδίου εμπηχθέντος εις τα στήθη των δυστυχών ανθρώπων. Είσθε λοιπόν πρόσφυγες; Είνε σαν να τους ερωτούσε: Είσθε άχθη αρούρκς (sic); Είσθε παρίαι; [...] Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, δεν απήντησεν αμέσως. Ειδοποίησεν όμως με την υπηρέτριαν τους τρεις εργάτας να περάσουν το βράδυ να πληρωθούν, διότι από της επομένης δεν υπήρχεν εργασία πλέον […] Είνε γενικόν το αντιπροσφυγικόν αίσθημα που πνέει απ’ άκρου εις άκρον του τόπου αυτού. Δεν μας χωνεύουν! Δεν υπάρχει οίκτος, δεν υπάρχει ολίγη ευσπλαχνία για μας εδώ. Δεν μας χωνεύουν λοιπόν. Αλλά διατί; Μήπως διότι είμεθα βενιζελικοί; Όχι! Δεν μας χωνεύουν διότι είμεθα πρόσφυγες! Αυτό είνε.»[2]

Οι χώροι εργασίας ήταν οι μοναδικοί χώροι καθημερινής επαφής ντόπιων και προσφύγων. Ο χωροταξικός διαχωρισμός συνέβαλε και στον κοινωνικό διαχωρισμό των δύο πληθυσμιακών ομάδων. Η καθημερινότητα ντόπιων και προσφύγων δεν «συναντιόταν» στους χώρους διασκέδασης, στα καταστήματα ή στις πλατείες του κέντρου και των παλαιών συνοικιών της Αθήνας. Έτσι, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια μετά την άφιξη των προσφύγων, ο κύριος χώρος συγχρωτισμού τους με τους γηγενείς, ήταν αυτός της εργασίας.
Η αφήγηση του Μανώλη Τάσσου, παρουσιάζει και τις δύο πλευρές της συμπεριφοράς που αντιμετώπισαν πολλοί πρόσφυγες στον εργασιακό τους χώρο. Στα έντεκά του χρόνια ο Μανώλης Τάσσος, που κατοικούσε στην Καισαριανή, έπιασε δουλειά σ’ ένα τσαγκαράδικο της πλατείας Πλαστήρα στο Παγκράτι. Ο τρόπος που εκδήλωνε την αντιπάθειά του για αυτόν, ο Γιώργος, ο καλφάς του τσαγκαράδικου και παράλληλα ψάλτης στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Παγκράτι, διατηρήθηκε στη μνήμη του εδώ και 70 περίπου χρόνια:

«Κι όλο αυτός με φώναζε “Έλα δω ρε Τούρκο, άντε να πάρεις μια δραχμή ψωμί κι ένα πενηνταράκι φέτα”. Όλο “Τούρκο έλα δω”. Μια μέρα εγώ τόσο πολύ δεν μπορούσα να πούμε, έβαλα τα κλάματα. Με βλέπει το αφεντικό […] “Έλα δω” μου λέει. “Γιατί κλαις;” Λέω “τίποτα. Πες μου γιατί κλαις;” Του λέω έτσι κι έτσι. “Ρε παλιάνθρωπε δεν ντρέπεσαι; Έτσι και ξαναπείς τίποτα στο παιδί θα πεταχτείς έξω, δεν θα ξαναδείς την πόρτα”.»[3]

Λόγω των χαρακτηριστικών που έφερε η προσφυγική εργασία – χαμηλότερα ημερομίσθια, ανειδίκευτη εργασία, έντονη κινητικότητα – πολύ σύντομα το προσφυγικό εργατικό δυναμικό συνιστούσε σημαντικό τμήμα της οικονομικής ζωής σε Αθήνα και Πειραιά. Σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος, το 1928 οι πρόσφυγες αποτελούσαν το 25,42% στον κλάδο των ορυχείων και μεταλλείων, το 38,18% στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία, το 35,17% στην οικοδομή, το 20,35% στις μεταφορές και τις επικοινωνίες, το 27,84% στο εμπόριο, και το 38,22% του εργατικού και υπαλληλικού προσωπικού.[4] Όπως προκύπτει από τα παραπάνω στοιχεία, οι πρόσφυγες ήδη το 1928, συνιστούσαν το 1/3 του εργατικού δυναμικού.
Η «συνάντησή» τους με τους γηγενείς εργάτες στους ίδιους χώρους εργασίας, με δεδομένη την επιβαρυμένη οικονομικά και πολιτικά κατάσταση της περιόδου και την πολιτισμική διαφορά των δύο αυτών πληθυσμιακών ομάδων, ευνοούσε τη διατήρηση των μεταξύ τους διαχωριστικών γραμμών. Αν και η κοινή κοινωνική τους θέση θα μπορούσε να λειτουργήσει ομοιογενοποιητικά, το πολιτισμικό χάσμα που τους χώριζε και η διαφορετική τους πολιτική συμπεριφορά (αντιβενιζελικοί γηγενείς και βενιζελικοί πρόσφυγες), συντηρούσε τις μεταξύ τους διακρίσεις. 
    
Οι πρόσφυγες ως πολιτική απειλή
                                       
Η κύρια διάσταση ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς στην Αθήνα, η οποία τροφοδοτούσε όλες τις άλλες μορφές αντιπαράθεσης, ήταν η πολιτική. Η ενσωμάτωση των προσφύγων στο προϋπάρχον διχαστικό σχήμα βενιζελικοί – αντιβενιζελικοί, αποτέλεσε την κύρια αιτία των προστριβών τους με τους παλαιούς κατοίκους της πόλης. Η άφιξη χιλιάδων βενιζελικών προσφύγων στην πρωτεύουσα, ανέτρεψε τους συσχετισμούς δυνάμεων ανάμεσα στους δύο κυρίαρχους πολιτικούς χώρους. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του Λαϊκού Κόμματος στην Αθήνα προέρχονταν από την Παλαιά Ελλάδα, η άφιξη των προσφύγων όξυνε το διχαστικό κλίμα, το οποίο πλέον εκφράζονταν και από το δίπολο πρόσφυγες βενιζελικοί – παλαιοελλαδίτες αντιβενιζελικοί.
Η ταύτιση των προσφύγων με το βενιζελικό χώρο, που πήγαζε από την απόδοση των ευθυνών για τη μικρασιατική καταστροφή αποκλειστικά στην αντιβενιζελική παράταξη και το βασιλιά, καταγράφηκε εντυπωσιακά στις εκλογές του 1928. Τα ποσοστά που συγκέντρωσε στις προσφυγικές συνοικίες η βενιζελική παράταξη ήταν συντριπτικά για τους υποψηφίους του αντιβενιζελικού χώρου: 98,5% στην Καισαριανή, 98,1% στη Ν. Ιωνία, 98% στη Ν. Κοκκινιά, 97,4% στο Βύρωνα, όταν στην περιοχή πρωτευούσης συγκέντρωσε το 63,7%.[5]
Στην προσπάθειά του να υποβαθμίσει τις ευθύνες των αντιβενιζελικών για την κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας, ο αντιβενιζελικός Τύπος ερμήνευε την ταύτιση των προσφύγων με το πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου, ως αποτέλεσμα οικονομικής συνδιαλλαγής σε βάρος των γηγενών. Η κυβέρνηση Βενιζέλου, «το κράτος των προσφύγων», τους επέτρεπε να παρανομούν σε βάρος των γηγενών καταπατώντας τις περιουσίες τους με αντάλλαγμα τη βενιζελική ψήφο. Στα δημοσιεύματα του αντιβενιζελικού Τύπου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος χαρακτηρίζεται ως ο «αγύρτης πολιτικός» που εκμεταλλεύονταν την «αφέλεια» των προσφύγων για να σπείρει το «μίσος κατά των πολιτικών του αντιπάλων». Οι πρόσφυγες παρουσιάζονται ως «δούλοι της ανάγκης, είλωτες της αγέλης», οι οποίοι στερούμενοι «πολιτικής αγωγής», λόγω του μακροχρόνιου «ξενικού ζυγού» κάτω από τον οποίο ζούσαν στα μικρασιατικά παράλια, υπέκυπταν στον «αγύρτην εκμεταλλευτήν της δυστυχίας και της πείνης των».[6]
Το βασικό επιχείρημα το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αντιβενιζελικοί για να εξηγήσουν την πολιτική συμπεριφορά των προσφύγων, ήταν ότι οι πρόσφυγες δεν έφεραν την εμπειρία του κοινοβουλευτισμού, αλλά ούτε και αυτή του πολίτη, καθώς ζούσαν υπό τον «οθωμανικό ζυγό» στα μικρασιατικά παράλια. Χωρίς να έχουν λοιπόν αναπτύξει το «πολιτικόν αισθητήριον» αποτελούσαν θύματα της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Σε αυτή την ιδέα στήριξαν ακραίοι αντιβενιζελικοί το αίτημα της αφαίρεσης από τους πρόσφυγες όχι απλά του δικαιώματος να είναι υποψήφιοι στις εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά ακόμη και του δικαιώματος να ψηφίζουν.[7]
Σε άρθρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Κατάφορος νόθευσις του λαϊκού φρονήματος. Ευρύνεται το χάσμα μεταξύ γηγενών και προσφύγων», δημοσιοποιούνταν οι δηλώσεις του καθηγητή Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος, Κωνσταντίνου Δεμερτζή. Διαμαρτυρόμενος για το εκλογικό σύστημα, «το πραξικόπημα της μεταβολής του εκλογικού νόμου συμφώνως προς τας ορέξεις του Βενιζελικού κόμματος», ο Δεμερτζής υποστήριζε ότι οι αντιβενιζελικοί θα έπρεπε να απέχουν από την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ο βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος κατηγορούσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο ότι έδινε στην προσφυγική ψήφο «εικοσαπλάσιαν δύναμιν» σε σχέση με αυτή των υπολοίπων Ελλήνων. Το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, στην περιφέρεια Αθηνών – Πειραιώς εκλέγονταν οι 32 από τους 250 βουλευτές του κοινοβουλίου, εξασφάλιζε, σύμφωνα με τον Δεμερτζή, την επιτυχία στο κόμμα των Φιλελευθέρων «λόγω των προσφυγικών ψήφων». Με αυτό τον τρόπο ο Βενιζέλος επεδίωκε «την εγκαθίδρυσιν της προσφυγικής δικτατορίας, μεθ’ όλων των ολεθρίων συνεπειών της ένεκα του μίσους και της διακρίσεως, ήτις αυτομάτως προκαλείται οσάκις η μια μερίς της χώρας δεν σέβεται τα ιστορικά και αναμφισβήτητα δικαιώματα της ετέρας.»[8]
Το πρόβλημα της προσφυγικής ψήφου «τακτοποιήθηκε» για το Λαϊκό Κόμμα, όταν αυτό ανέλαβε την εξουσία μετά τις εκλογές του 1933. Ένα από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης ήταν η απόσπαση των προσφυγικών συνοικιών από το Δήμο Αθηναίων και Πειραιώς και η μετατροπή τους σε αυτόνομους δήμους. Αξιοποιώντας την τακτική του «εκλογικού μαγειρέματος», για την οποία κατηγορούσαν έως τότε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, υπονόμευσαν την προσφυγική ψήφο στις μεγάλες πόλεις της χώρας. Για παράδειγμα, οι προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά αποσπάστηκαν από τους δύο μεγάλους δήμους και εντάχθηκαν στο Νομό Αττικοβοιωτίας όπου διακυβεύονταν μόλις τρεις κοινοβουλευτικές έδρες σε σχέση με τις 31 σε Αθήνα και Πειραιά. [9]  
Η ταύτιση των προσφύγων με το βενιζελικό στρατόπεδο είχε γίνει από πολύ νωρίς κατανοητή από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Πολλές ήταν οι περιπτώσεις που η διάσταση βενιζελικών – αντιβενιζελικών υπήρξε ουσιαστικά μια έκφραση της πολιτισμικής διάστασης ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς. Έτσι, πολιτική συμπεριφορά και πολιτισμική συγκρότηση υπήρξαν συχνά δύο όψεις του ίδιου νομίσματος στην αντιπαράθεση γηγενών και προσφύγων. Χαρακτηριστικά ήταν τα όσα σημειώθηκαν μετά τη λήξη του αιματηρού φιλοβασιλικού συλλαλητηρίου στο κέντρο της Αθήνας στις 9 Δεκεμβρίου 1923. Όπως αναφέρει σε άρθρο της την επόμενη ημέρα η εφημερίδα Εστία, στο συλλαλητήριο συμμετείχαν μαζικά οι βασιλόφρονες κάτοικοι των Μεσογείων, αρβανίτες στη μεγάλη τους πλειοψηφία.
Μετά τα έκτροπα στο κέντρο της πρωτεύουσας οι διαδηλωτές στράφηκαν εναντίον των ορφανών παιδιών προσφυγικής καταγωγής που φιλοξενούνταν στο χώρο του Ζαππείου μεγάρου υπό την περίθαλψη της αμερικανικής οργάνωσης «Near East Relief»: «Οι Αμερικανοί του Ορφανοτροφείου του Ζαππείου εξεφράσθησαν μετ’ αγανακτήσεως κατά των διαδηλωτών, τους οποίους αντελήφθησαν να υβρίζουν χυδαιότατα τα ορφανά προσφυγόπαιδα του ιδρύματος».[10] Στη συνέχεια όταν το τρένο που τους μετέφερε πίσω στα Μεσόγεια σταμάτησε για λίγο στους Ποδαράδες (Νέα Ιωνία) «[…] εξετέλεσαν και το τελευταίον μέρος του “πατριωτικού” των προγράμματος. Επρόβαλον, δηλαδή, από τα παράθυρα του τραίνου και ήρχισαν να μουτζώνουν τους συγκεντρωμένους προ του συνοικισμού πρόσφυγας.»[11]

Η «συνάντηση» προσφύγων και γηγενών στη μεσοπολεμική Αθήνα - δύο δηλαδή πληθυσμιακών ομάδων της πόλης οι οποίες παρά τις εσωτερικές τους διαφοροποιήσεις εμφανίζονταν ως συμπαγείς στα πολλαπλά πεδία των μεταξύ τους αντιπαραθέσεων – δημιούργησε κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις που εμπόδισαν την ομαλή ενσωμάτωση των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία. Έχοντας ως κύριο πεδίο αντιπαράθεσης την πολιτική διάσταση ανάμεσα σε βενιζελικούς πρόσφυγες και αντιβενιζελικούς γηγενείς, η διάκριση ανάμεσα στις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες εκδηλώθηκε σε πολιτισμικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Οι πρόσφυγες δεν μπορούσαν να «χαθούν» μέσα στην πολυπληθή Αθήνα, για τον πολύ απλό λόγο ότι αποτελούσαν ένα αριθμητικά μεγάλο κομμάτι της.
Επιπρόσθετα, η πολιτισμική τους ετερότητα, λόγω της μεγάλης βαρύτητας που είχε για την εσωτερική τους συνοχή, η οποία ήταν τόσο αναγκαία για την επιβίωσή τους στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες των πρώτων ετών της εγκατάστασης στην Αθήνα, αποτελούσε διαρκές στοιχείο διάκρισης που εμπόδιζε τη σύντομη και ομαλή ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία. Ένας ακόμη βασικός και αλληλένδετος με τους προηγούμενους, ανασταλτικός παράγοντας ως προς την ομαλή συμβίωση προσφύγων και γηγενών στην πόλη, υπήρξε ο χωροταξικός και διοικητικός διαχωρισμός των προσφύγων. Σε μια καθημερινότητα όπου η κοινωνική και οικονομική τους περιθωριοποίηση ήταν εμφανής, οι πρόσφυγες αντιλαμβάνονταν τα όρια του προσφυγικού συνοικισμού ως το ζωτικό τους χώρο και μέσα από αυτή την αίσθηση, το κέντρο της πόλης και τις παλιές της συνοικίες, ως «ξένους» χώρους. Με άλλα λόγια, η πολιτική συμπεριφορά των προσφύγων και η διαχείρισή της από τα πολιτικά κόμματα, τροφοδοτούσε και παράλληλα τροφοδοτούνταν από τις πολιτισμικές διαφορές τους με τους γηγενείς, σε μια πολιτική και οικονομική πραγματικότητα που περιθωριοποιούσε ένα σημαντικό τμήμα τους.
Αυτά που χώριζαν πρόσφυγες και γηγενείς ήταν πολλά και χρειάζονταν χρόνος για να αμβλυνθούν. Όμως στη δύσκολη πολιτικά και κοινωνικά περίοδο του Μεσοπολέμου, ο χρόνος αυτός δεν ήταν αρκετός. Σύντομα η κοινή τραγική εμπειρία της Κατοχής θα λειτουργήσει ομογενοποιητικά, διαγράφοντας τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς. Η διαδικασία αυτή θα ενισχυθεί όταν μετά τον πόλεμο, νέοι κάτοικοι της πόλης δεν ήταν πλέον οι πρόσφυγες, αλλά οι χιλιάδες εσωτερικοί μετανάστες που κατέκλυσαν την Αθήνα. Οι πρόσφυγες θα ενσωματωθούν σταδιακά στην ελληνική κοινωνία, διατηρώντας κάποια από τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους, ως στοιχεία πλέον του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.    


[1] Παρατίθεται στο Αντώνης Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1993, σ. 48.
[2] Προσφυγικός Κόσμος, 24 Ιουνίου 1934. 
[3] Μανώλης Τάσσος, συνέντευξη στον γράφοντα, 2-6-2003.
[4] Παρατίθεται στο Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής, σ. 167.
[5] Σπύρος Καράβας, «Η προσφυγική ψήφος στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας την περίοδο του μεσοπολέμου», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών τ. 9ος, 1992, σ. 153.
[6] Εμπρός, 29 Ιουλίου 1928.
[7] Προκόπης Αγγελέτος, Πρόσφυγες στην Αθήνα και Ισραηλίτες στη Θεσσαλονίκη: Πολιτική χρήση των αρνητικών στερεοτύπων από το Βενιζελικό και Αντιβενιζελικό Τύπο στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2003, σ. 38-39.
[8] Εμπρός, 13 Ιουλίου 1928.
[9] Γιώργος Μαυρογορδάτος, Stilborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936, Berkeley, University of California Press, 1983, σ. 315.
[10] Παρατίθεται στο Μιχελή, Προσφύγων βίος και πολιτισμός, σ. 123.
[11] Στο ίδιο.

Πρόσφυγες στην Αθήνα: Οι συνοικισμοί και η πολιτισμική ετερότητα...




 του Μενέλαου Χαραλαμπίδη
Η Μικρασιατική Καταστροφή και η αθρόα άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα από τον Σεπτέμβριο του 1922, δοκίμασε τις δομές του ελληνικού κράτους ως προς τις δυνατότητες αποκατάστασής των ξεριζωμένων, εν μέσω μίας ήδη τεταμένης πολιτικής και οικονομικής κατάστασης. Όσο για την κοινωνία που τους υποδέχτηκε, ήρθε αντιμέτωπη με την κατασκευή του «άλλου», του «ανεπιθύμητου». Ίσως για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, βρέθηκε να είναι ο εκφραστής της προκατάληψης και του ρατσισμού. Για τους γηγενείς, οι πρόσφυγες δεν ήταν πραγματικοί Έλληνες. Σχεδόν 90 χρόνια μετά, μετανάστες και πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως παράσιτα, επειδή επίσης δεν είναι… Έλληνες. Τι μπορεί να μας διδάξει το προσφυγικό ζήτημα, σήμερα; 
Οι προσφυγικοί συνοικισμοί

Όμως ποια ήταν η κατάσταση που επικρατούσε στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας τα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία τους; Σε μια από τις πρώτες δημοσιογραφικές έρευνες στις προσφυγικές συνοικίες – τέτοιου είδους έρευνες παρουσιάζονταν συχνά σε όλες τις εφημερίδες του Μεσοπολέμου – αρθογράφος του Ριζοσπάστη επισκέφτηκε το συνοικισμό της Καισαριανής τον Μάιο του 1925.
Σ’ ένα μακροσκελές άρθρο προσπάθησε να αποτυπώσει τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που εντόπιζαν ήταν ο συνωστισμός των οικογενειών στα δωμάτια των ξύλινων παραγκών: «Σ’ ένα δωμάτιο 3 ½ μέτρων με 2 ½ κάθονται 7-9 άτομα, σε πολλά δε κάθονται και δύο – τρεις οικογένειες με συνολικό αριθμό ατόμων 10-12, αν και το κανονικό κατά τους υπολογισμούς τουλάχιστον της Ε.Α.Π. πρέπει να είναι μόνον τέσσερα ή πέντε άτομα.»[1]
Σαφώς μεγαλύτερο ήταν το πρόβλημα της παντελούς έλλειψης υποδομών για την ύδρευση της Καισαριανής. Το μέγεθος του προβλήματος καταγράφεται στο εν λόγω άρθρο με την αναφορά στην ύπαρξη ενός μεγάλου ντεπόζιτου χωρητικότητας 500 οκάδων, από το οποίο έπρεπε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των περίπου 10.000 κατοίκων του συνοικισμού. Την κατάσταση επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι η παροχή του νερού όχι μόνο δεν ήταν συνεχής, αλλά διαρκούσε μόλις μία ώρα ημερησίως. Την άθλια εικόνα που παρουσίαζε η ζωή στη συνοικία, συμπλήρωναν οι μόνιμα υπερχειλισμένες κοινές τουαλέτες, αλλά και τα βρώμικα νερά που αναμεμειγμένα με τις ακαθαρσίες των ζώων – οι πολυάριθμοι πλανόδιοι επαγγελματίες της συνοικίας είχαν άλογα και γαϊδούρια που τα χρησιμοποιούσαν για να περιφέρουν τα εμπορεύματά τους, ενώ παράλληλα πολλές οικογένειες συντηρούσαν κατσίκες, κότες και γουρούνια προς ιδία κατανάλωση – διέρχονταν από τους δρόμους αποτελώντας μεγάλη απειλή για τη δημόσια υγεία.
Όταν ο Ριζοσπάστης θα επιστρέψει στην Καισαριανή οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά, τον Μάιο του 1932, η κατάσταση όχι μόνο δεν είχε βελτιωθεί, αλλά είχε επιδεινωθεί λόγω της ανυπαρξίας ουσιαστικών παρεμβάσεων σε θέματα υποδομών και του υπερδιπλασιασμού του πληθυσμού, που αριθμούσε πλέον περίπου 25.000 κατοίκους:

«Ένας μαύρος πολτός κυλάει σιγαλά, γεμάτος βρωμιές κι ακαθαρσίες […] Εδώ δα μπροστά μας τα παιδάκια παίζουν με τη ζωή τους. Τσαλαβουτούν αξένοιαστα μες στα βρωμερά νερά, που σκορπάνε δηλητήριο […] Ένα αγεράκι σηκώνει μπόλικη σκόνη […] Τα δωμάτια γεμίζουν, του κάκου τρέχουν οι γυναίκες να κλείνουν τα πατζούρια […] Το νεροζούμι που βράζει στη φουφού γέμισε κι’ όλας από σκόνη […] Τα Λαγκάδια. Έτσι λέγονται κάτι μακρυνές παράγγες σα μάντρες, δίχως χωρίσματα. Σε κάθε μια από δαύτες ζούνε περί τις 70 – 80 οικογένειες […] Για φαντασθήτε περί τις 400 ψυχές σ’ αυτούς τους “στρατώνες”. Έχουν μωρά, αρρώστους, γέρους, άλλος τραγουδάει, τ’ άλλο κλαίει, κειν’ εκεί η οικογένεια έχει φασαρίες. Είνε υποχρεωμένοι όλοι αυτοί που στεγάζονται κάτω από την ίδια στέγη, νύχτα η μέρα νάνε σε ανησυχία μεγάλη.»[2]

Όμως ακόμη και δύο ολόκληρες δεκαετίες μετά την άφιξή τους στην Ελλάδα, οι κάτοικοι των προσφυγικών συνοικιών εξακολουθούσαν να ζουν σε «τρισάθλια» δωμάτια. Ο Ξενοφών Φιλέρης περιγράφει το σπίτι, για την ακρίβεια το δωμάτιο, όπου ζούσαν δύο φίλοι του και η μητέρα τους στο Βύρωνα την περίοδο της Κατοχής:

«Μ’ άλλα λόγια, σκέτη δυστυχία. Χωρίς έπιπλα, χωρίς νερό και ηλεκτρικό, χωρίς κρεβάτια, χωρίς τίποτα. Κοιμόντουσαν κατάχαμα πάνω σε κουρελούδες και στην πόρτα είχαν βάλει έναν μπερντέ για να τους προστατεύει από τον αέρα. Μόνο ένα τραπεζάκι – κι αυτό κουτσό -, τρία σκαμνάκια, μια λάμπα πετρελαίου, μια φουφού και μερικά πήλινα πιάτα υπήρχαν μέσα σ’ αυτήν την τρώγλη. Μια τρώγλη όμως, που η μάνα τους την είχε πάντα πεντακάθαρη, έλαμπε από πάστρα».[3]
 
Αν τα άρθρα του Ριζοσπάστη παρουσίαζαν την άθλια κατάσταση που επικρατούσε στις λαϊκές προσφυγικές συνοικίες με στόχο την ανάδειξη των προβλημάτων επιβίωσης των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων που οφείλονταν στην αδιαφορία των αστικών κυβερνήσεων, η αρθογραφία των αντιβενιζελικών κυρίως εφημερίδων, προσέγγιζε τα ίδια προβλήματα από μια διαφορετική οπτική. Σε άρθρο της με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μαθαίνουν Ελληνικά αλλά μιλούν Τούρκικα», η εφημερίδα Εμπρός επισήμαινε τον «εθνικό» κίνδυνο που συνιστούσαν οι τουρκόφωνοι πρόσφυγες. Σ’ ένα ρεπορτάζ αφιερωμένο στις ελλείψεις των εκπαιδευτικών υποδομών στη συνοικία των Ποδαράδων (Νέα Ιωνία), αρθογράφος της εφημερίδας επισκέφτηκε το τοπικό σχολείο. Συνομιλώντας με το διευθυντή του και με μαθητές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο «συνοικισμός της Σαφραμπόλεως κατοικείται ως επί το πλείστον από Έλληνας τουρκοφώνους και όπως είναι φυσικόν, όπως συμβαίνει δυστυχώς και με τους αλβανοφώνους της Αττικής, τα παιδάκια ομιλούν την τουρκικήν».[4]
Καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών του σχολείου είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα, η χρησιμοποίηση της τουρκικής γλώσσας από αυτούς οφειλόταν στο γεγονός ότι τόσο στο οικογενειακό περιβάλλον όσο και στη γειτονιά, οι κάτοικοι μιλούσαν την τουρκική και όχι την ελληνική γλώσσα που τους ήταν άγνωστη. Αντιμέτωπο με αυτή την κατάσταση το ελληνικό σχολείο δεν καλούνταν απλά να εκπληρώσει το εκπαιδευτικό του έργο, αλλά και να υλοποιήσει μια εθνική «αποστολή», να «σπάσει» αυτή τη συνέχεια «δημιουργώντας» ελληνόφωνα παιδιά από τουρκόφωνους γονείς. Σε αυτή τη λογική, ο αρθογράφος καλούσε το κράτος να λάβει μέτρα ενάντια στο φαινόμενο ενισχύοντας τις εκπαιδευτικές υποδομές «δια να απαλλαγώμεν του αίσχους, να ομιλούν Ελληνόπουλα, εις την πρωτεύουσαν του Ελληνισμού την τουρκικήν.»[5]
Στην ίδια λογική, αλλά μέσα από τη διαπραγμάτευση ενός άλλου μεγάλου προβλήματος που παρουσιάζονταν στις προσφυγικές συνοικίες, κινούταν ένα ακόμα άρθρο της ίδιας εφημερίδας. Όπως προκύπτει από την επιχειρηματολογία του αρθογράφου, ο οικιστικός διαχωρισμός των προσφύγων από τους γηγενείς, περιλάμβανε μεταξύ άλλων, και τη διάσταση της προστασίας του «υγιούς» τμήματος του πληθυσμού από τις μεταδοτικές ασθένειες που είχαν «εγκατασταθεί» μαζί με τους πρόσφυγες στους συνοικισμούς. Την εποχή που «επάρατη νόσος» ήταν η φυματίωση, οι Αθηναίοι παρακολουθούσαν με τρόμο την ασθένεια αυτή να αποδεκατίζει τους κατοίκους των προσφυγικών συνοικισμών που είχαν «περικυκλώσει» το κέντρο της πόλης.
Στις αρχές του Δεκέμβρη του 1927, όταν ο δημοσιογράφος επισκέφτηκε το συνοικισμό των Νέων Σφαγείων, αντίκρισε τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων. Και σε αυτόν τον προσφυγικό συνοικισμό, όλα ευνοούσαν τη διάδοση των μεταδοτικών ασθενειών και κυρίως της φυματίωσης: οικογένειες στοιβαγμένες σε δωμάτια, κοινά αποχωρητήρια χωρίς καμία μέριμνα για την εκκένωση των οχετών, διάτρητες στέγες και ξύλινα χωρίσματα οικιών από τα οποία περνούσαν ο κρύος αέρας και η βροχή και τέλος μια τεράστια τάφρος γεμάτη σκουπίδια, τα οποία «έχουν πολτοποιηθεί με την πάροδο του χρόνου […] Δυσώδης οσμή προσβάλλει την όσφρηση παντός επισκέπτου και αποπνίγει…»[6] Ο δημοσιογράφος παρουσιάζει την οικτρή κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι περίπου 5.000 κάτοικοι των Νέων Σφαγείων, για να καταλήξει ότι οι προσφυγικοί συνοικισμοί αποτελούσαν εστίες μεταδοτικών ασθενειών που απειλούσαν τη δημόσια υγεία όχι μόνο των προσφύγων, αλλά κυρίως των γηγενών κατοίκων του κέντρου της πρωτεύουσας:

«Το γεγονός όσον και αν είνε θλιβερόν δια τους πρόσφυγας θα είχεν ολιγώτερον σημασίαν, αν δεν εξεδηλούτο ένα φαινόμενον. Ότι δηλαδή όσοι δύνανται να εξοικονομήσουν κάποιο περίσσευμα φεύγουν εκ των Νέων Σφαγείων και εγκαθίστανται εις τας Αθήνας με τους ασθενείς των, μεταφυτεύοντες ούτω τα μικρόβια των νόσων εις τον πληθυσμόν της πρωτευούσης […] Αν δεν κινηθούν [οι αρμόδιοι] προβλέπω μεν τάχιστα επερχομένην την ημέραν καθ’ ην – δεν φαιδρολογούμεν – ο άλλος πληθυσμός της Ελλάδος θα αναρτίση εις τα πρόθυρα των Αθηνών πινακίδας “πόλις της φθίσεως και της χολέρας”.»[7]

Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ήταν τόσο αυτό των εξαιρετικά υψηλών ποσοστών θνησιμότητας των προσφύγων λόγω της φυματίωσης, που εύρισκε ευνοϊκές συνθήκες εξάπλωσης στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στους προσφυγικούς συνοικισμούς. Το πρόβλημα εντοπιζόταν στον κίνδυνο «εξόδου» της φυματίωσης από τους προσφυγικούς συνοικισμούς, στον κίνδυνο δηλαδή να προσβληθεί μαζικά το υγιές τμήμα του πληθυσμού. Σε αυτό το απόσπασμα αντανακλάται ξεκάθαρα η αντίληψη που κυριαρχούσε ανάμεσα στους γηγενείς: οι πρόσφυγες ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ήταν ένα βάρος ανεκτό όσο αυτοί περιορίζονταν στους συνοικισμούς τους, αλλά επικίνδυνο όταν εμφανίζονταν στο ζωτικό χώρο των γηγενών.                        

Η πολιτισμική ετερότητα των προσφύγων

Αν λοιπόν το κέντρο της πόλης και οι συνοικίες του αποτελούσαν το ζωτικό χώρο των γηγενών, η «τακτοποίηση» των προσφύγων στις προσφυγικές συνοικίες, ο χωροταξικός διαχωρισμός τους από τους γηγενείς που αντανακλούσε την κοινωνική και οικονομική τους περιθωριοποίηση, οδήγησε στη δημιουργία του δικού τους διακριτού ζωτικού χώρου. Με αυτό τον τρόπο η προσπάθεια άμβλυνσης των κοινωνικών επιπτώσεων που είχε το σοκ της άφιξης εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στο λεκανοπέδιο, οδήγησε στη συντήρηση των διαχωριστικών γραμμών. Μπορεί λοιπόν να αποφευχθήκαν οι έντονες προστριβές που προκαλούσε η συμβίωση στα επιταγμένα κτίρια και οικίες, παράλληλα όμως ο χωροταξικός διαχωρισμός συντηρούσε τη διάκριση γηγενών και προσφύγων, λειτουργώντας ανασταλτικά στη διαδικασία ενσωμάτωσης των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία. Με άλλα λόγια, η περιθωριοποίηση των προσφύγων υπονόμευε την κοινωνική συνοχή σε μια περίοδο έντονης πολιτικής και οικονομικής ρευστότητας.
Οι προσφυγικές συνοικίες υπήρξαν λοιπόν οι ζωτικοί χώροι όπου οι πρόσφυγες επιχείρησαν να ανασυγκροτηθούν οικονομικά και κοινωνικά. Έχοντας απωλέσει τις περιουσίες τους και σε μεγάλο βαθμό την επαγγελματική τους ενασχόληση, οι πρόσφυγες συσπειρώθηκαν γύρω από τα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά στην προσπάθειά τους να ανασυγκροτηθούν. Αν και υπήρξαν φορείς διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων (τουρκόφωνοι αγρότες από την περιοχή του Πόντου, ελληνόφωνοι αστοί της Σμύρνης ή καραμανλήδες αγρότες και έμποροι από τη μικρασιατική ενδοχώρα), η εμπειρία της προσφυγιάς λειτούργησε ομοιογενοποιητικά δημιουργώντας μια νέα και κοινή σε μεγάλο βαθμό ταυτότητα. Οι πρόσφυγες αντί να εισέλθουν σε μια διαδικασία πολιτισμικής αφομοίωσης, χρησιμοποίησαν τα ιδιαίτερα αυτά πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά ως στρατηγική επιβίωσης και διεκδίκησης.
Από τη στιγμή που έφεραν την εμπειρία μιας διαφορετικά οργανωμένης κοινωνίας - οι ελληνικές κοινότητες στις οποίες ζούσαν στα μικρασιατικά παράλια δεν ήταν οργανωμένες με βάση τις ταξικές αλλά τις πολιτισμικές διαφορές – όσα τους διέκριναν σε πολιτισμικό επίπεδο με τους γηγενείς απέκτησαν μεγάλη βαρύτητα για την εσωτερική τους συνοχή. Έτσι, τα πρώτα κυρίως χρόνια της εγκατάστασης, η παράδοση αντίστασης και ανυπακοής απέναντι στις οθωμανικές αρχές που έφεραν από τα μικρασιατικά παράλια, εκδηλώθηκε στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας μέσα από καταλήψεις οικοπέδων και δημοσίων οικημάτων και την αυθαίρετη δόμηση οικιών.

Η «παραβατικότητα» των προσφύγων. Καταλήψεις οικημάτων και αυθαίρετη δόμηση

Απέναντι σ’ ένα κρατικό μηχανισμό που αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στο τεράστιο έργο της αποκατάστασης των προσφύγων, αυτοί ανέλαβαν την επίλυση των άμεσων προβλημάτων τους προτάσσοντας την αυτενέργεια και σε πολλές περιπτώσεις την παραβατικότητα, ως στοιχείο της συλλογικής τους ταυτότητας. Έτσι με την άφιξη των προσφύγων εμφανίστηκε το φαινόμενο της αυθαίρετης δόμησης σε μαζικό επίπεδο, ως μια διαδικασία που συμπλήρωνε την αδυναμία του κράτους να προσφέρει φτηνή στέγη. Παράλληλα η αυθαίρετη δόμηση λειτουργούσε ως δικλείδα ασφαλείας που εκτόνωνε τις κοινωνικές εντάσεις, τόσο ως ένας τρόπος άμεσης εξασφάλισης στέγης, όσο και ως μια μορφή οικονομικής δραστηριότητας που πρόσφερε εργασία σε σημαντικό αριθμό προσφύγων.
Ο πατέρας της Ευτυχίας Μορίκη ξεκινώντας από τη γειτονιά που είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά του στα Ταταύλα, άρχισε να χτίζει αυθαίρετα οικήματα για τη στέγαση προσφύγων. Σύντομα εξελίχθηκε σε εργολάβο που διέθετε συνεργεία για το χτίσιμο αυθαιρέτων σε διάφορους προσφυγικούς συνοικισμούς. Λόγω της «ιδιομορφίας» της - οι εργασίες έπρεπε να γίνουν νύκτα και να ολοκληρωθούν μέσα σε μερικές ώρες - η δουλειά αυτή εξασφάλιζε πολύ καλά μεροκάματα. Στην αφήγησή της η Ευτυχία Μορίκη περιγράφει τη διαδικασία ανέγερσης των αυθαιρέτων, αλλά και την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σχέση που αναπτύσσονταν ανάμεσα στους εργολάβους και τους εκπροσώπους του νόμου, σχετικοποιώντας τη διαχωριστική γραμμή που διέκρινε το νόμιμο από το παράνομο:   

«Το χτίσαμε σε 24 ώρες. Επήρε και κάνα δυό-τρεις άλλους και το ‘χτισε. Όσο θες μεγάλο ας τόκανες μέσα σε μια νύχτα για να μη σε πιάσουνε, χωρίς άδεια. Και να του ρίξεις από πάνω σκεπή, δεν είχε δικαίωμα να σου το γκρεμίσουνε. Έχτισε στη Πετρούπολη πολλά ο πατέρας μου και στη Νέα Σμύρνη. Αλλά και να σ’ έπιανε κανένας, ο χωροφύλακας […] άμα του ‘βαζες ένα πακέτο τσιγάρα ή ένα πενηντάρι στο χέρι, στραβά μάτια. Τι μισθό είχανε; Και είχε γίνει έτσι, είχε βρει καμπόσους, τους έλεγε “εγώ σήμερα θα κάνω αυτό. Αν έχεις βάρδια τράβα από κει μην έρθεις απ’ τον δρόμο μας και εκτεθείς, πάρε και δέκα δραχμές. Άσε να βάλουμε [κόσμο στα σπίτια] που είμαστε στ’ αντίσκηνα […] και να χωρίσουνε [να αραιώσουν] και οι οικογένειες”.»[8]   

Η αυθαίρετη δόμηση στις προσφυγικές συνοικίες υπήρξε μια συλλογική διαδικασία. Οι ίδιοι οι κάτοικοι της συνοικίας συμμετείχαν στην ανέγερση των αυθαίρετων οικημάτων, ενισχύοντας μέσα από αυτή τη διαδικασία τους μεταξύ τους δεσμούς. Επιπρόσθετα, το κατεπείγον της ανάγκης για στέγαση οικογενειών που ζούσαν σε σκηνές ή ήταν άστεγες, αναιρούσε στην πράξη το νόμο. Στις συνειδήσεις των προσφύγων αυτό που ήταν παράνομο σύμφωνα με το κράτος, ήταν απόλυτα νομιμοποιημένο και επιβεβλημένο λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσής τους και της ιδιαίτερης αλληλεγγύης που είχαν αναπτύξει μεταξύ τους.
Σε αυτή τη λογική, οι βαθειά θρησκευόμενοι Πόντιοι κάτοικοι της Καλλιθέας έλαβαν την απόφαση να χτίσουν αυθαίρετα την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στην οποία θα μπορούσαν να τελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Σύμφωνα με την αφήγηση του Γιάννη Κακουλίδη, ένα πρωί σε αλάνα μεταξύ των οδών Φιλαρέτου και Ελ. Βενιζέλου όπου τα πιτσιρίκια έπαιζαν μπάλα, εμφανίστηκαν ξαφνικά κάρα φορτωμένα με ξυλεία και πολλοί μάστορες οι οποίοι βιαστικά άρχισαν τις εργασίες μέχρι αργά το βράδυ. Η δουλειά αυτή ξεκίνησε εκ νέου νωρίς την επόμενη ημέρα και ολοκληρώθηκε μετά την άφιξη ενός φορτίου με κεραμίδια τα οποία τοποθετήθηκαν από τους μάστορες σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο, «ενώ ο κόσμος τους φώναζε: “γρήγορα παιδιά!”». Τα πιτσιρίκια κατάλαβαν λίγο αργότερα το λόγο της βιασύνης όλων των κατοίκων που είχαν μαζευτεί στην αλάνα: «[…] κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν: “Έρχονται, έρχονται!”. Γύρισα να δω ποιοι έρχονται και βλέπω τους χωροφύλακες. Ύστερα κάποιος άλλος φώναξε: “να φύγουν οι άντρες και τα παιδιά. Να μείνουν μόνο οι γυναίκες” […] Το τι είδαν τα μάτια μας, δεν περιγράφεται. Να βαράνε οι χωροφύλακες με τα γκλομπ, να βαράνε οι γυναίκες με τα ξύλα…»[9]
Η αυτενέργεια και η ανυπακοή των προσφύγων δεν εκδηλώθηκε μόνο μέσα από την αυθαίρετη δόμηση οικιών. Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις όπου πρόσφυγες καταλάμβαναν εκτάσεις σε κτήματα μεγαλοϊδιοκτητών, αλλά και οικήματα της ΕΑΠ. Για παράδειγμα ομάδα προσφύγων από την Αργυρούπολη του Πόντου, που είχαν εγκατασταθεί πρόχειρα στην Καλλιθέα, κατέλαβαν το φθινόπωρο του 1926 έκταση του κτήματος Γερουλάνου από την οποία εκδιώχθηκαν μετά την επέμβαση της χωροφυλακής. Μετά από νέες προσπάθειες πέτυχαν την απαλλοτρίωση 300 στρεμμάτων όπου εγκαταστάθηκαν είκοσι οικογένειες. Οι οικογένειες αυτές αποτέλεσαν τον πυρήνα του οικισμού από τον οποίο προέκυψε η σημερινή Αργυρούπολη.[10] 
Η πιο εντυπωσιακή δυναμική επιχείρηση των προσφύγων στην Αθήνα, ήταν αυτή της ταυτόχρονης κατάληψης οικημάτων της ΕΑΠ σε Καισαριανή, Βύρωνα και Ν. Ιωνία. Και σε αυτή την περίπτωση πρωτοστάτησαν οι γυναίκες των συνοικιών, οι οποίες μάλιστα συγκρούστηκαν με τις τότε δυνάμεις καταστολής κατά τη διάρκεια εκτεταμένων επεισοδίων που διήρκησαν μια ολόκληρη ημέρα. Στο Βύρωνα οι συγκρούσεις κλιμακώθηκαν όταν μετά τη σύλληψη 15 γυναικών από τη στρατιωτική δύναμη που επενέβη και την κράτησή τους στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, πολυάριθμη ομάδα γυναικών επιτέθηκε «διά λίθων και ξύλων» στη στρατιωτική δύναμη. Η ένταση της σύγκρουσης ήταν τέτοια που παρά το γεγονός ότι ο επικεφαλής αξιωματικός έδωσε εντολή στους στρατιώτες «όπως γεμίσουν τα όπλα των και επιβάλουν πάση θυσία την τάξιν», αυτό δεν κατέστη δυνατό. Αποτέλεσμα των συγκρούσεων ήταν ο σοβαρός τραυματισμός μιας εγκύου η οποία απέβαλε, ο ελαφρότερος άλλων έξι γυναικών και 15 παιδιών.[11]
 
Ο κεντρικός ρόλος των γυναικών σε όλες τις διεκδικήσεις των κατοίκων στις φτωχές προσφυγικές συνοικίες, έχει να κάνει με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και με τις στρατηγικές επιβίωσης που αυτοί ακολούθησαν. Λόγω των διωγμών που υπέστη το ελληνικό στοιχείο στη Μ. Ασία, το ποσοστό των ορφανών από πατέρα οικογενειών που εγκαταστάθηκαν στους φτωχούς προσφυγικούς συνοικισμούς ήταν εξαιρετικά μεγάλο. Επιπρόσθετα, η έκθεση των γυναικών στους κινδύνους που συνεπάγονταν η αντιπαράθεση με τις αρχές, λειτούργησε ως μια στρατηγική επιβίωσης. Ο «αποδεκατισμένος» ενεργός ανδρικός πληθυσμός που κατάφερε να φτάσει στην Αθήνα, έπρεπε να «προστατευθεί». Πέρα από τη βαρύτητα που είχε η παρουσία του άνδρα για κάθε οικογένεια στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν στους προσφυγικούς συνοικισμούς, η προσπάθεια οικονομικής ανασυγκρότησης των προσφυγικών οικογενειών στηρίζονταν κυρίως στην ανδρική εργασία, λόγω των σαφώς καλύτερων αμοιβών που απολάμβανε το ανδρικό σε σχέση με το γυναικείο εργατικό δυναμικό.



[1] Ριζοσπάστης, 25 Μαΐου 1925.
[2] Ριζοσπάστης, 21 Μαΐου 1933.
[3] Ξενοφών Φιλέρης, Οι σαλταδόροι του Βύρωνα, Αθήνα, Καστανιώτης, 2005, σ. 157.
[4] Εμπρός, 9 Δεκεμβρίου 1928.
[5] Στο ίδιο.
[6] Εμπρός, 5 Δεκεμβρίου 1927.
[7] Στο ίδιο.
[8] Ευτυχία Μορίκη, συνέντευξη στον γράφοντα 28-8-2003.
[9] Γιάννης Κακουλίδης, Τα παιδιά της βροχής, Αθήνα, Νεφέλη, 2006, σ. 22.
[10] Πάνος Ηλιάδης, Η Νέα Αργυρούπολη Αττικής. Σύντομη ιστορία, Αθήνα, αυτοέκδοση, 2002, σ. 38.
[11] Καθημερινή, 14 Ιουλίου 1925.
 
                                                                                                                              Πηγή: tvxs.gr