Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Η ευρωπαϊκή κρίση προσφύγων – πώς και γιατί ξεκίνησε...

Τον τελευταίο καιρό, με όσα θύματα, αθώες ψυχές καταγράφονται ως ανθρώπινες απώλειες της ευρωπαϊκής κρίσης προσφύγων, η κρίση στη Συρία θεωρείται πλέον ένα φλέγον και ιδιαίτερα σοβαρο θέμα.
Πώς ξεκίνησαν όλα;
Το παρακάτω βίντεο εξηγεί πώς φτάσαμε στη σημερινή κρίσιμη κατάσταση και πώς μπορούμε να βοηθήσουμε όσους επηρεάζονται περισσότερο από αυτήν...

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Αποχαιρετώντας τον Σεπτέμβρη...

time
 Ω​​ς γνωστόν ο Σεπτέμβριος που μας αποχαιρετά μεθαύριο είναι ο μήνας της επιστροφής των μαθητών στα σχολεία για μια νέα χρονιά. Από τις αρχές, όμως, του 4ου αιώνα μ.Χ., ο Σεπτέμβριος καθιερώθηκε και ως η αρχή του εκκλησιαστικού αλλά και του πολιτικού έτους, επειδή η 1η Σεπτεμβρίου συνέπιπτε με την αρχή της ινδικτιώνος.
Ακόμη και σήμερα η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου ως «αρχή της ινδίκτου», επειδή στο Βυζάντιο εχρησιμοποιείτο για τη χρονολόγηση πράξεων και γεγονότων και είχε παγιωθεί ως το δημοφιλέστερο σύστημα χρονολόγησης για τους Βυζαντινούς. Γι’ αυτό, άλλωστε, σε ορισμένες περιοχές της χώρας μας η 31η Αυγούστου ονομάζεται «κλειδοχρονιά» επειδή «κλειδώνει» (τελειώνει) ο προηγούμενος χρόνος, ενώ η 1η Σεπτεμβρίου ονομάζεται «αρχιχρονιά».
Ολα αυτά τα «λαογραφικά» με οδήγησαν προ ημερών σε σκέψεις σχετικά με το «πέρασμα» του χρόνου και γενικότερα μ’ αυτό που ονομάζουμε «χρόνος», γιατί ως γνωστόν εμείς οι άνθρωποι είμαστε όντα με χρονικό προσανατολισμό. Η έννοια δηλαδή του χρόνου, επιφανειακά τουλάχιστον, φαίνεται να είναι τόσο ευκολονόητη και άμεσα συνδεδεμένη με την καθημερινότητά μας ώστε να μοιάζει σχεδόν κοινότοπη και εμφανής. Κι όμως, μερικά από τα μεγαλύτερα ανθρώπινα μυαλά έχουν καταπιαστεί με την ανάλυση και τα παράδοξά του χωρίς επιτυχία. Οι σύγχρονοι φυσικοί αναφέρονται συχνά-πυκνά στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, στην εντροπία του σύμπαντος και στο βέλος του χρόνου, αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μας δίνει έναν πλήρη ορισμό της έννοιας του χρόνου.
The_Time_Traveler_by_xetobyteΑκόμη και ο Αϊνστάιν δεν κατόρθωσε να βρει την απάντηση, αν και μας περιέγραψε τι συμβαίνει στον χρόνο όταν τον παρατηρούμε από ένα αντικείμενο που πλησιάζει την ταχύτητα του φωτός ή όταν πλησιάζουμε ορισμένα αντικείμενα μεγάλης βαρύτητας όπως είναι οι μαύρες τρύπες. Ολα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν ότι γνώριζε τι είναι ο χρόνος, αν και μας έδειξε ότι ζούμε σ’ ένα σύμπαν τεσσάρων διαστάσεων, γιατί όλοι μας υπάρχουμε μέσα σ’ αυτό που ονόμασε «χωρόχρονο». Ο χρόνος δηλαδή είναι μία από τις τέσσερις διαστάσεις όπου ο τρισδιάστατος χώρος και ο μονοδιάστατος χρόνος αποτελούν ένα τετραδιάστατο χωροχρονικό συνεχές. Σύμφωνα, δηλαδή, με τον Αϊνστάιν, ένα αντικείμενο δεν μπορεί να υπάρχει στον χώρο χωρίς τη διάσταση του χρόνου, γιατί στη φυσική της Σχετικότητας ένα αντικείμενο κινείται στον χωρόχρονο και όχι μόνο στον χώρο. Κι ενώ οι έννοιες του χώρου και του χρόνου είναι σχετικές και εξαρτώνται από τον παρατηρητή και το σύστημα συντεταγμένων που αυτός επιλέγει, ο χωρόχρονος, ως ενοποιημένη έννοια, είναι απόλυτος.
Η Σχετικότητα μας λέει επίσης ότι η βαρύτητα δεν είναι μια «πραγματική» δύναμη αλλά το αποτέλεσμα της παραμόρφωσης των τεσσάρων διαστάσεων του χωρόχρονου. Και έτσι η «βαρυτική δύναμη» του Ηλιου δεν είναι αυτή που έλκει τους πλανήτες, ούτε είναι η «βαρύτητα» της Γης η οποία έλκει προς τα κάτω τα μήλα ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο που πέφτει. Γιατί αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι ο Ηλιος παραμορφώνει τον χωρόχρονο γύρω του και τον κάνει να καμπυλώνει. Οσο, μάλιστα, πλησιέστερα πάμε προς τον Ηλιο τόσο μεγαλύτερη είναι και η καμπυλότητα του χωρόχρονου. Ετσι, καθώς τα διάφορα αντικείμενα κινούνται μέσα στο σύμπαν, είναι σαν να κυλάνε μέσα, έξω και γύρω από αυτές τις χωροχρονικές παραμορφώσεις, ενώ η κίνησή τους επηρεάζεται από τις παραμορφώσεις αυτές παρόλο που δεν μπορούμε να τις δούμε. Βλέπουμε όμως το αποτέλεσμα που έχει η χωροχρονική παραμόρφωση πάνω στα διάφορα αντικείμενα και την επίδραση της φαινομενικά μυστηριώδους δύναμης που ονομάζουμε βαρύτητα. Σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, δηλαδή, η δύναμη της βαρύτητας έχει την ικανότητα να παραμορφώνει έντονα τη γεωμετρία του χωρόχρονου, που με απλά λόγια σημαίνει ότι «ο χωρόχρονος λέει στην ύλη πώς να κινείται και η ύλη λέει στον χωρόχρονο πώς να παραμορφώνεται», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο περίφημος φυσικός Τζον Γουίλερ.
TIMEΜ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να περιγράψουμε καλύτερα τις διαδικασίες που συμβαίνουν όχι μόνο στον μικρόκοσμο αλλά και στον μακρόκοσμο, στο εσωτερικό του ατόμου αλλά και στα όρια του σύμπαντος των γαλαξιών. Η «πραγματικότητα», άλλωστε, αυτής της διαπίστωσης έχει επανειλημμένα αποδειχθεί στα πειράματα των πυρηνικών επιταχυντών, αλλά και στις παρατηρήσεις μας στο σύμπαν. Γιατί όταν κοιτάζουμε τους απόμακρους γαλαξίες, βλέπουμε το φως τους όπως ήταν στο παρελθόν και όχι όπως είναι τη στιγμή που τους κοιτάμε. Το σύμπαν δηλαδή δεν εκτείνεται μόνο χωροταξικά, αλλά και χρονικά. Αυτή άλλωστε είναι και η σύγχρονη αντίληψη που έχουμε για το χωροχρονικό μας σύμπαν που γεννήθηκε με μια «Μεγάλη Εκρηξη». Φυσικά, όταν αναφερόμαστε σήμερα στις απαρχές του σύμπαντος και του χωρόχρονου με μια «Μεγάλη Εκρηξη», δεν κάνουμε απλές εικασίες που δεν βασίζονται πουθενά, αλλά αντίθετα αναφερόμαστε σε ένα μαθηματικά θεμελιωμένο μοντέλο που δημιουργήθηκε με τη βοήθεια της Γενικής Σχετικότητας και της Κβαντικής Μηχανικής και συμπληρώθηκε τα τελευταία χρόνια με τις θεωρίες του Πληθωρισμού και των Υπερχορδών. Το μοντέλο, μάλιστα, αυτό επεξηγεί ικανοποιητικά πολλές από τις παρατηρήσεις και τα πειράματα που έχουν γίνει ώς τώρα, έστω κι αν δεν είναι ακόμη πλήρως ολοκληρωμένο.
                           
                             Διονύσης Π. Σιμόπουλος - επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου.

                                                                                                Πηγή: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Βρες την ελληνική πόλη!

Να κι ένα παιχνίδι Γεωγραφίας για την Κυριακάτικη χαλάρωση...Προσπαθούμε ώστε να βρεθεί η επισήμανσή μας όσο το δυνατό κοντινότερα στην ελληνική πόλη που η ερώτηση μας ζητάει...

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Κυριακάτικο σινεμά: "Beethoven Lives Upstairs¨' (1992)

Αυτή η ταινία δεν κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα. Ο εξαιρετικός  υποτιτλισμός είναι  προσπάθεια από τον Δ. Μούσχουρη,  κατάλληλλη για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Καλή διασκέδαση!

 Καλή Κυριακή! 

Το πείραμα της κούκλας (1939)


Screen-Shot-2014-09-06-at-1.57.59-PM-288x300-1 
Το πείραμα της Κούκλας του Clark (1939) ήταν ένα πείραμα που έκανε ο Kenneth Clark και η γυναίκα του Mamie στο οποίο ζητούσαν από αφρικανικής καταγωγής παιδιά να διαλέξουν ανάμεσα σε μια μαύρη και σε μία άσπρη κούκλα. Οι κούκλες ήταν ίδιες εκτός από το χρώμα του δέρματος τους αλλά τα περισσότερα παιδιά έβρισκαν ότι η άσπρη ήταν ομορφότερη. Το 1954 στη δίκη που έμεινε γνωστή ως “Brown v Board of Education” το πείραμα βοήθησε στο να πείσει το Αμερικάνικο Ανώτερο Δικαστήριο ότι “χωριστά αλλά ίσα” σχολεία για αφρικάνικης καταγωγής παιδιά δεν ήταν στην πραγματικότητα ισότιμα, αλλά ενάντια στη νομοθεσία. Αυτή ήταν η αρχή για το τέλος της νομοθεσίας γνωστής ως Jim Crow. Στο πείραμα ο Clark έδειχνε σε παιδιά αφρικανικής καταγωγής, ηλικίας 6-9 χρονών δύο κούκλες, μια με μαύρο και μία με άσπρο δέρμα και μετά τους έκανε τις εξής ερωτήσεις με συγκεκριμένη σειρά: “Δείξε μου την κούκλα με την οποία θα ήθελες να παίξεις,” “Δείξε μου την κούκλα που θεωρείται καλή,” “Δείξε μου την κούκλα που θεωρείται ‘κακιά’,” “Δείξε μου την κούκλα που μοιάζει με ένα λευκό παιδί,” “Δείξε μου την κούκλα που μοιάζει με ένα έγχρωμο,” “Δείξε μου την κούκλα που μοιάζει με παιδί νέγρου,” “Δείξε μου την κούκλα που σου μοιάζει.” Οι λέξεις “νέγρος” και “έγχρωμος” ήταν οικείες στα παιδιά αφρικανικής καταγωγής πριν το 1960. Η τελευταία ερώτηση ήταν η χειρότερη γιατί σε αυτό το σημείο τα περισσότερα παιδιά αφρικάνικης καταγωγής είχαν επιλέξει την μαύρη κούκλα ως την κακιά. Το 1950 το 44% επέλεξαν ότι η άσπρη κούκλα είναι αυτή που τους μοιάζει. Σε προηγούμενα τεστ ωστόσο πολλά παιδιά αρνούνταν να διαλέξουν κάποια κούκλα ή άρχιζαν να κλαίνε και να τρέχουν. Σε μια μελέτη ο Clark έκανε το πείραμα σε 300 παιδιά σε διαφορετικές περιοχές στη χώρα. Βρήκε ότι τα παιδιά που πήγαιναν σε σχολεία διαχωρισμένα με βάση τη φυλή, ήταν πιο σύνηθες να διαλέγουν την άσπρη κούκλα ως την πιο καλή. Για το τεστ που χρησιμοποιήθηκε στη δίκη “Brown v Board” είχε ρωτήσει 16 παιδιά αφρικάνικης καταγωγής το 1950 στο Clarendon , της Νότιας Carolina. Από αυτά το 63% απάντησαν ότι η άσπρη κούκλα ήταν η καλή και αυτή που θα ήθελαν να παίξουν. Ο Clark επίσης είχε ζητήσει από τα παιδιά να ζωγραφίσουν τους εαυτούς τους και τα περισσότερα ζωγράφισαν το χρώμα τους δέρματος τους σε ένα τόνο του καφέ αισθητά πιο ανοιχτό από την πραγματικότητα.
 Το 2005 η Kiri Davis επανέλαβε το πείραμα στο Harlem σαν ένα κομμάτι της ταινίας μικρού μήκους “Ένα Κορίτσι Σαν Εμένα”. Ρώτησε 21 παιδιά και 71% της είπαν ότι η άσπρη κούκλα ήταν η καλή. Δεν ήταν ένα πολύ μεγάλο δείγμα είναι η αλήθεια, ωστόσο είναι σοκαριστικό το πόσο εύκολα αυτά που ρωτήθηκαν επέλεξαν την άσπρη. Το 2009 αφού ο Obama εξελέγη πρόεδρος της Αμερικής, η εκπομπή “Καλημέρα Αμερική” στο ABC έκανε το τεστ. Ρώτησαν 19 παιδιά αφρικάνικης καταγωγής από το Norfolk, της Virginia. Είναι δύσκολο να συγκρίνεις τις απαντήσεις γιατί αυτή τη φορά είχαν επιτρέψει τις επιλογές “και οι δύο” ή “καμία”. Επίσης, άλλαξαν τη σειρά της τελευταίας ερώτησης κάνοντας το έτσι πολύ πιο εύκολο να απαντηθεί: τα παιδιά απάντησαν κατά 88% ότι η μαύρη κούκλα τους έμοιαζε περισσότερο. Το ABC πρόσθεσε επίσης την εξής ερώτηση: “Ποια κούκλα είναι η ποιο όμορφη;” Τα αγόρια απάντησαν “και οι δύο”, όμως τα κορίτσια σε ποσοστό 47% απάντησαν ότι "ήταν η άσπρη η πιο όμορφη".

                                                                                                Πηγή: pappanna.wordpress.com

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Ενάντια και πέρα απ’ τη ρητορική του (αντι)bullying... (2o μέρος)


 
 Ανακαλύψαμε λοιπόν κι επίσημα μια καινούρια έννοια και «φαινόμενο». Το περιστατικό του Βαγγέλη Γιακουμάκη συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση του ψυχολογικού λόγου του ‘bullying’ στην ελληνική κοινωνία ως τρόπου νοηματοδότησης μιας μεγάλης γκάμας ετερογενών φαινομένων (από πειράγματα, κοροϊδίες και αστεία μέχρι συγκρούσεις, προσβολές, διαφορετικές μορφές δομικής καταπίεσης, βασανιστήρια κλπ). Η πρωτοφανής διάδοση της συγκεκριμένης ρητορικής δεν εντοπίζεται μόνο στο δημόσιο λόγο, σε εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές και στην εγχώρια σοουμπίζ (όπου διάφοροι/ες celebrities θυμήθηκαν ξαφνικά πως είναι ‘θύματα’), αλλά επίσης σε συγκεκριμένες αλλαγές στις κρατικές/θεσμικές λογικές διακυβέρνησης. Όπως μας πληροφόρησε ο υπουργός παιδείας εξαγγέλλοντας σχολικές εκπαιδευτικές δράσεις για την καταπολέμηση του «φαινομένου» «ο Ευάγγελος Γιακουμάκης αποτελεί το πρώτο καταγεγραμμένο με θάνατο θύμα του σχολικού εκφοβισμού», ενώ ο υπουργός δικαιοσύνης προώθησε δίχως χρονοτριβή τις αντίστοιχες νομοθετικές αλλαγές για την ποινικοποίηση τουbullying.
Με τον «πόλεμο κατά του bullying» εφευρέθηκε άλλη μία έννοια κάτω από το παθολογικοποιητικό βάρος της οποίας συρρικνώνεται ο πλούτος της αλληλόδρασης. Αν ψυχολογικές κατηγορίες όπως το ‘ΔΕΠΥ’ εξαφάνισαν τα άτακτα παιδιά (πλέον είναι ΔΕΠΥ) και η διεύρυνση της κατάθλιψης εξαφάνισε την απλή μελαγχολία ή στενοχώρια, τώρα το bullying εξαφανίζει κάθε έννοια πειράγματος ή αστεϊσμού. Όλα είναι πλέον βία και όλοι κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε…
Ο λόγος του (αντι)bullying συνδέεται με μια νεοφιλελευθεροποίηση της κοινωνίας με διάφορους τρόπους. Σε αυτό το κείμενο[1] θα δούμε πως συμβάλλει σε μια διάχυτη ατμόσφαιρα ανασφάλειας, επικινδυνότητας και φόβου η οποία νομιμοποιεί διάφορες μορφές ψυχολογικής (αυτο)αστυνόμευσης στο όνομα της ψυχολογικής «ασφάλειας».
Άγριες Ιστορίες
Ως εργαλείο ανάλυσης θα χρησιμοποιήσω την αργεντινο-ισπανική ταινία ‘Άγριες Ιστορίες[2] [RelatosSalvajes] σκηνοθεσίας Damián Szifron (2014), η οποία αποτελείται από έξι ιστορίες ακραίων περιστατικών ‘βίας’ και εκδίκησης. Στην αρχή της ταινίας το όνομα κάθε πρωταγωνιστή/τριας και των συντελεστών εμφανίζεται σε αντιστοιχία με κάποιο ζώο (αετός, καρχαρίας, ελάφι, τίγρη, γορίλας, πρόβατο, ένας κροκόδειλος με κοφτερά σαγόνια). Παρατηρούμε επίσης μια ομάδα ελεφάντων, γκνου σε έναν κόκκινο σαν αίμα ουρανό, ύαινες, μια αρκούδα που βρυχάται, μια μοχθηρή κουκουβάγια, αρπακτικά γεράκια, λιοντάρια, λύκους, το φονικό βλέμμα μιας αλεπούς, καθώς και διάφορα θηράματα (πρόβατο, ελάφι, το ευάλωτο δέρμα μιας ζέβρας και μιας καμηλοπάρδαλης). Η εναλλαγή αυτών των καρέ δημιουργεί την αίσθηση ενός ανελέητου πολέμου όλων εναντίον όλων, φέρνει στο νου τη φράση πως «ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος».
Αρκετοί σχολιαστές και κριτικοί θεώρησαν πως το Άγριες Ιστορίες αποτελεί καθρέφτη μιας σύγχρονης κοινωνίας-ζούγκλας όπου διάφορες αγέλες ισχυρών (σαρκοβόροι θηρευτές) επιβάλλονται στους αδύναμους (αθώα και ενάρετα θηράματα), υποστηρίζοντας πως η άλογη και τυφλή βία, η φονική μανία και «τρέλα» των χαρακτήρων –οι οποίοι, σύμφωνα με το σκηνοθέτη, «περνούν το λεπτό όριο που διαχωρίζει τον πολιτισμό από τη βαρβαρότητα»– πηγάζει από κάποια ζωώδη ή βαθύτερα ένστικτα της «ανθρώπινης φύσης». Παρομοίως, ο λόγος του bullying παρουσιάζει γενικόλογα κάποιους ισχυρούς ως ‘θύτες/bullies’ και κάποιους αδύναμους ως ‘θύματα’, ενώ τα περισσότερα άρθρα και βιβλία (ακαδημαϊκής και ποπ ψυχολογίας) για το «φαινόμενο» προσφέρουν συχνά την απαραίτητη «επιστημονική» τεκμηρίωση στην άκριτη σύνδεση μιας αόριστης βίας και επιθετικότητας με μια πρωτόγονη κατάσταση, χρησιμοποιώντας κάποια δαρβινική θεωρία φυσικής επιλογής, κάποια κοινωνιοβιολογική θεωρία ή τις ψυχαναλυτικές ιδέες του Freud για την επιθετικότητα (π.χ. Τρίγκα-Μερτίκα, 2011· Rigby, 2008). Χαρακτηριστικές είναι επίσης οι κριτικές περί μιας σάπιας κοινωνίας-αγέλης που ακούστηκαν στο περιστατικό του Βαγγέλη Γιακουμάκη.
Σε αντίθεση όμως με αυτές τις θεωρήσεις, η ατμόσφαιρα βίας, αγριάδας και φόβου που απ’ τη μια καταγγέλλει και απ’ την άλλη αισθητικοποιεί τόσο η ταινία όσο και ο λόγος του (αντι)bullying –η ιδέα πως ζούμε σε έναν επικίνδυνο κόσμο όπου δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε και να βασιζόμαστε σε κανένα εκτός από τον εαυτό μας– δεν προέρχεται από κάποια «ζωώδη ανθρώπινη φύση» ή «κατώτερα ένστικτα» ούτε  οφείλεται σε μια κοινωνική κατάντια, ανωριμότητα ή ατομική ψυχοπαθολογία. Αντίθετα,αντανακλά και αναπαράγει μια συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη, μια θυμική αίσθηση που χαρακτηρίζει τον νεοφιλελεύθερο –ανταγωνιστικό και ανθρωποφαγικό– τρόπο οργάνωσης της κουλτούρας και του κοινωνικού. Ο λόγος του (αντι)bullying αντί να «ανακαλύπτει» απλώς αυτή τη διάχυτη ατμόσφαιρα ανασφάλειας, ανταγωνισμού και επικινδυνότητας –με τη μορφή μιας εκτός ελέγχου ‘βίας/εκφοβισμού’ (που δεν υπήρχε ανέκαθεν ούτε είναι φυσική, όπως υποστηρίζουν αρκετοί/ες)– συμβάλλει ενεργά στη συγκρότησή της.
********  Προσοχή, spoiler!  ********
Η πρώτη ιστορία της ταινίας μπορεί να μας βοηθήσει να εμβαθύνουμε στη σχέση μεταξύ του λόγου του (αντι)bullying και της θυμικής οικονομίας που προϋποθέτει μια «ώριμη» νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Η ιστορία αυτή αφορά μια αεροπορική πτήση, οι επιβάτες της οποίας ανακαλύπτουν έκπληκτοι –μέσω μιας σειράς συμπτώσεων– πως έχουν κάτι κοινό. Όλοι τους τυχαίνει να γνωρίζουν τον ίδιο άνθρωπο (τον Gabriel Pasternak), τον οποίο περιγράφουν χρησιμοποιώντας μια πολιτισμική αφήγηση ‘ψυχολογικά προβληματικού’ ή/και ‘θύματος bullying’· απροσάρμοστος στο σχολικό, ακαδημαϊκό, εργασιακό πλαίσιο και ερωτικά αποτυχημένος. Η πρώην δασκάλα του κι ένας μουσικοκριτικός θεωρούν πως «πρέπει να είχε πρόβλημα», ένας παλιός συμμαθητής του αναφέρει πως «τον τυραννούσαμε στο σχολείο», το πρώην αφεντικό του εξηγεί πως τον απέλυσε επειδή «δεν τα πήγαινε καλά με τους πελάτες», ενώ η πρώην ερωμένη του σχολιάζει πως τον απάτησε με τον καλύτερό του φίλο (ο οποίος καθόλου τυχαία ταξιδεύει με την ίδια πτήση!). Αυτό που δε γνωρίζουν –και συνειδητοποιούν με φρίκη– είναι πως πιλότος αυτής της προσχεδιασμένης πτήσης είναι ο Gabriel που σκοπεύει να αυτοκτονήσει/τους εκδικηθεί, ρίχνοντας εσκεμμένα το αεροπλάνο πάνω στο σπίτι των γονιών του.[3]
Γιατί συνέβη αυτό; Μήπως επειδή ο Gabriel ήταν «προβληματικό παιδί», επειδή τον τυραννούσαν στο σχολείο, επειδή τσαλακώθηκε η αυτοεκτίμησή του απ’ τον μουσικοκριτικό, επειδή τον απέλυσαν, επειδή τον απέρριψαν ερωτικά; Ο Λούμπιτς της πτήσης της Germanwings έπασχε από κατάθλιψη; Μπας και είχε «ψυχολογικά»; Ο Βαγγέλης αυτοκτόνησε ή δολοφονήθηκε; Αν αυτοκτόνησε, αυτό οφείλεται στο ότι ήταν από τη «φύση» του συνεσταλμένο και ψυχικά ευάλωτο παιδί ή στα επίκτητα ψυχολογικά τραύματα που του προκάλεσε το ‘bullying’; Φταίνε οι γονείς, οι αδιάφοροι εκπαιδευτικοί, οι θύτες, η ανώριμη κοινωνία; Γιατί; Ποιοι είναι οι πραγματικοί λόγοι; Ποια είναι η αλήθεια;
Ποιος μας μιλάει εδώ; Ποιος μας καλεί να «διαβάσουμε» τον ψυχισμό των άλλων και να διαγνώσουμε τα ψυχολογικά προβλήματα τους; Σε αυτή την υβριδική φωνή συναντιούνται τρείς «ειδικοί» –θεσμικοί εκπρόσωποι του Νόμου, της Ψ-Επιστήμης και του Θεάματος– που κατασκευάζουν εκείνο που μας παρουσιάζεται ως «γεγονός». Μέσα απ’ αυτή μας μιλά ένας δικηγόρος-δικαστής-ντετέκτιβ-αστυνόμος που βλέπει τα νομικά-εγκληματολογικά του εργαλεία ως ανεπαρκή· ένας ψυχολόγος-ψυχίατρος που συμπληρώνει τον πρώτο, διατυπώνοντας ψυχολογικές ερμηνείες, διαγνώσεις και υποθέσεις· ένας χυδαίοςδημοσιογράφος-τηλεπαρουσιαστής που μετατρέπει διάφορα περιστατικά σε σοκαριστικό αλλά διασκεδαστικό θέαμα. Στο Άγριες Ιστορίες, αυτές οι λειτουργίες (νομική, ψυχολογική, θεαματική) είναι εκ των προτέρων ενσωματωμένες στην κινηματογραφική αφηγηματική ματιά.
(Αντι)bullying, αυτοκαταστροφικότητα και μνησικακία
Αν και ο λόγος του (αντι)bullying συνδέεται στενά με παλαιότερες πολιτισμικές αφηγήσεις θυματοποίησης, παρουσιάζει ορισμένες διαφορές με αυτές. Τόσο στα πολύμορφα κινήματα της δεκαετίας του 60 και 70 όσο και στις αφηγήσεις θυματοποίησης που διαμορφώθηκαν από τη δεκαετία του 70 και μετά, οι διάφορες μορφές ‘βίας’ και προσωπικής ‘οδύνης’ ήταν συνυφασμένες με συλλογικές και πολιτικές ιστορίες δομικής καταπίεσης (μεταξύ άλλων, το Ολοκαύτωμα, ο θεσμικός και ευρύτερος φυλετικός ρατσισμός στις ΗΠΑ, η πατριαρχική καταπίεση και βία ενάντια σε γυναίκες και παιδιά, η εξουσιαστική λειτουργία της ψυχιατρικής, η καταπίεση από την πυρηνική οικογένεια, η συστημική βία εναντίον ΛΟΑΤ ατόμων, η αμερικάνικη επέμβαση στο Βιετνάμ). Αντίθετα, ο λόγος του (αντι)bullying παρόλο που συχνά αναφέρει κάποιους κατ’ επίφαση «κοινωνικούς» και «οικογενειακούς» παράγοντες –οδηγώντας σε καθόλου εποικοδομητικές αλληλοκατηγορίες τις θεσμικές αρχές, τα σχολεία και τους γονείς– εξατομικεύει πλήρως τις σχέσεις εξουσίας, παρουσιάζοντάς τις ως βίαιες παθολογικές συμπεριφορές κάποιων ‘θυτών’ που τραυματίζουν ψυχολογικά συγκεκριμένα ‘θύματα’. Οι διάφορες προσεγγίσεις και δράσεις «καταπολέμησης του bullying» βασίζονται σε και ενισχύουν αυτή την εξατομίκευση και ψυχοπαθολογικοποίηση.
Επιστρέφοντας όμως στην ιστορία της ταινίας, αυτό που παρατηρούμε δεν είναι μόνο ότι η αποτυχία κάποιου να ανταποκριθεί στα σύγχρονα πρότυπα κοινωνικότητας και επαγγελματικής επίδοσης ψυχο(παθο)λογικοποιείται και εξατομικεύεται μέσω της πολιτισμικής φιγούρας του ‘αιωνίως loser’, του ‘ψυχολογικά προβληματικού’ ή του ‘θύματος bullying’. Βλέπουμε, επίσης, πως ο λόγος του (αντι)bullying συχνά οδηγεί αυτούς/ες που κατασκευάζει ως ‘θύματα’ σε μια δυναμική αυτοκαταστροφικότητας ή/και μνησικακίας. Απ’ τη μία, η πολύ προβληματική ατομική θυματοποίηση/ηρωοποίηση που προωθεί –η οποία θυματοποιεί ορισμένα άτομα ως ευάλωτα, ψυχικά τραυματισμένα και ελλειμματικά, αλλά επίσης τα εκθειάζει ως δυνατά/ενδυναμωμένα και αυτοκαθοριζόμενα άτομα– συνδέεται με μια αυτομομφή και αυτοπαθολογικοποίηση. Από την άλλη, η εξατομίκευση του φταιξίματος, η απόδοση της ευθύνης σε εκείνους που κατονομάζονται ως ‘θύτες’, παράγει ένα αίσθημα εκδικητικής μνησικακίας απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους.[4]
Αυτή η διπλή δυναμική φαίνεται στα λόγια του πρώην ψυχίατρου του Gabriel, καθώς προσπαθεί να αποτρέψει το σχέδιο αυτοκτονίας/εκδίκησης του τελευταίου:
“Gabriel, είσαι μέσα; Απάντησέ μου, σε παρακαλώ! […] Gabriel, άκουσέ με. Μην κατηγορείς τον εαυτό σου για τίποτα. Εσύ είσαι το θύμα αυτής της κατάστασης. Αυτοί που σου κατέστρεψαν τη ζωή ήταν οι γονείς σου. […] Αυτοί ευθύνονται που υποφέρεις. Όλοι εμείς εδώ δε φταίμε σε τίποτα.”
Η κριτική στην αυτομομφή του θύματος και η μετάθεση της υπαιτιότητας/φταιξίματος από τους δαιμονοποιημένους ‘επιβάτες-θύτες’ στους γονείς, μπορούν να ερμηνευτούν ως αποτυχημένες προσπάθειες εξουδετέρωσης της αυτοκαταστροφικότητας και της μνησικακίας που παράγει ο λόγος του (αντι)bullying. Όμως, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του ψυχίατρου, ο Gabriel δεν απαντά· για τη λογική του (αντι)bullying παραμένει μια δυσνόητη και μη αναγνωρίσιμη φιγούρα. Δεν είναι το «καλό» προβλέψιμο θύμα που μέσω της «ηθικής» θεραπευτικής ομιλίας εξελίσσεται σε ηρωικό και ενδυναμωμένο άτομο. Για τον Gabriel, κόλαση είναι οι άλλοι. Η εκκωφαντική σιωπή του σηματοδοτεί ένα πέρασμα από το γνώριμο θύμα-ήρωα σε έναν επικίνδυνο αυτόχειρα και δολοφόνο-τιμωρό, οδηγώντας σε διάφορα περιστατικά νεοφιλελεύθερης ανθρωποφαγίας που τροφοδοτούν τις προβλέψεις και τις προσδοκίες του συμπλέγματος Νόμου/Ψ-Επιστήμης/Θεάματος
Ωστόσο, η αυτοκαταστροφικότητα ή/και η εκδικητική μνησικακία δεν παρουσιάζεται ως ένα –πιθανό– αποτέλεσμα του ίδιου του λόγου του (αντι)bullying, ο οποίος ελαχιστοποιεί τα όρια της ευαλωτότητας (το τι θεωρείται «ψυχικά τραυματικό») και δημιουργεί έναν εύθραυστο και (αν)ασφαλή ψυχισμό που καταδιώκεται από κινδύνους, κατηγορώντας διάφορους μοχθηρούς εχθρούς για το ότι βλάπτουν με απρόβλεπτες συνέπειες τη ‘ψυχική υγεία’ του.[5] Αντίθετα, ο λόγος του (αντι)bullying –που είναι ήδη ενσωματωμένος στην κινηματογραφική αφήγηση και άρα περνάει απαρατήρητος– εξηγεί λανθασμένα τις παραπάνω τάσεις ως επιπτώσεις του ‘bullying’.
Κι έτσι αρχίζει ένας νέος κύκλος ψυχοπολιτικών αισθημάτων φόβου και ‘θεαματικής (αν)ασφάλειας’ (Rimke, 2010)…
Το (αντι)bullying ως μηχανισμός ασφάλειας/ανασφάλειας
Μια διάχυτη ανησυχία ξεπροβάλλει σε αυτή την –ήδη ψυχολογικοποιημένη– ιστορία και στα ερωτήματα που έμμεσα διατυπώνει: Ποιες είναι οι πιθανές επιπτώσεις του ‘bullying’; Μέχρι που μπορεί να οδηγήσει το ‘bullying’ ένα ‘θύμα’; Στην αυτοκτονία, στην εκδικητική δολοφονία; Είναι τα ‘θύματα bullying’ επικίνδυνα;
Αυτοί οι φόβοι θυμίζουν τις παλαιότερες (στη δυτική κουλτούρα) αντιλήψεις περί ‘δαιμονικής κατοχής’, καθώς παρουσιάζουν το ‘bullying’ σαν μια μυστηριώδη, μεταφυσική οντότητα που κυριεύει τα ‘θύματα’ και καθοδηγεί τις πράξεις τους με απρόβλεπτες και τρομακτικές συνέπειες. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη θρησκευτική φιγούρα του ‘δαιμονισμένου’, η θέση ‘θύματος bullying’ συνδέεται με τους λόγους επικινδυνότητας του ‘ψυχικά ασθενή’ και του ‘ψυχολογικά προβληματικού’.
Αν –όπως μας λένε– το ‘bullying’ βρίσκεται παντού και αφήνει ψυχικά τραύματα σε κοινά, καθημερινάάτομα, τότε «όλοι» είμαστε δυνητικά ‘θύτες’ ή/και ‘θύματα’. Αυτός ο «εκδημοκρατισμός» της ευαλωτότητας και της επικινδυνότητας συνοψίζεται εξαιρετικά και στον υπότιτλο του Άγριες Ιστορίες: «Οκαθένας μας μπορεί να χάσει τον έλεγχο». Η επικινδυνότητα αυτή υποτίθεται πως πηγάζει από την ψυχολογική ουσία του ατόμου και δεν αφορά μόνο το τι έχει κάνει κάποιος, αλλά επίσης το τι μπορεί να κάνει δυνητικά στο μέλλον.
Στις «ώριμες» νεοφιλελεύθερες κοινωνίες καλλιεργείται συστηματικά ένας διάχυτος φόβος για το κοινό/δημόσιο και μια κινδυνολογία για την απαλλοτρίωση του σώματος-ιδιοκτησίας –που θεωρείται ως «μέσα»– από το επικίνδυνο «έξω» (π.χ. φόβος ληστείας ή δολοφονικής επίθεσης, κίνδυνος μόλυνσης από διάφορες θανατηφόρες, καρκινογόνες ουσίες που διεισδύουν στο σώμα μέσω της τροφής ή της επαφής με το περιβάλλον). Σε αντιστοιχία με τη φωνή στο μετρό που μας δασκαλεύει να «προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα», ο λόγος του (αντι)bullying μας ζητά πλέον να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή σαν ατομική ιδιοκτησία την οποία έχουμε δικαίωμα/υποχρέωση να προστατεύουμε.
Στη βάση αυτής της ιδιοκτησιακής αντίληψης για τον ψυχισμό διαμορφώνονται καχύποπτα, (αν)ασφαλή υποκείμενα που διατρέχουν ένα συνεχή κίνδυνο ψυχολογικής απαλλοτρίωσης και οφείλουν να αστυνομεύουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους. Ως εγκιβωτισμένα και ευάλωτα υποκείμενα καλούμαστε να βιώσουμε την επαφή με τους άλλους ανθρώπους ως μια δυνητική απειλή και να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση περιχαράκωσης όπου δεν πρέπει να ανεχόμαστε τίποτα από τους άλλους αλλά ούτε κι εκείνοι από εμάς· καταλήγουμε λοιπόν να βαφτίζουμε με την ταμπέλα του ‘bullying’ κάθε διαφωνία και περίπτωση που μας αντιμετωπίζουν με τρόπο που δεν μας αρέσει ή/και μας κάνουν να νιώθουμε άβολα. Τα υποκείμενα της λογικής του (αντι)bullying χρειάζονται διαρκώς μια ψυχολογική-αστυνομική εξουσία η οποία οφείλει να προστατεύει και να περιφρουρεί τον εύθραυστο ψυχισμό τους, αναπτύσσοντας μηχανισμούς ποινικοποίησης, επιτήρησης, πρόληψης και λεκτικής υγιεινής που θα αποτρέπουν τις παραβιάσεις της «κανονικής» ψυχολογικής τάξης.
Ωστόσο, τόσο η ποινικοποιητική νομοθεσία όσο και οι διάφορες εκστρατείες καταπολέμησης του ‘bullying’ χαρακτηρίζονται από μια έντονη αντίφαση –που διαπερνά τη λέξη ‘αντι-bullying’. Αυτές οι προσπάθειες και δράσεις, παρά τις καλές προθέσεις των εκφραστών τους, (θα) είναι αποτυχημένες όχι μόνο επειδή δεν θα καταφέρνουν να «μειώσουν» τον φανταστικό ανεμόμυλο ‘bullying’ που καταδιώκουν –κάτι που παραδέχονται πλέον αρκετές έρευνες στο εξωτερικό. Το πρόβλημα με το λόγο και τις πρακτικές του (αντι)bullying είναι πως αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού ασφάλειας/ανασφάλειας, τον οποίο δεν κατανοούν. Η αντίφαση τους βρίσκεται στο ότι ενώ καλλιεργούν μια (ψευδή και ανέφικτη) υπόσχεση «ασφάλειας» μέσω μιας δήθεν αναπόφευκτης ψυχολογικής (αυτο)αστυνόμευσης, την ίδια στιγμή προϋποθέτουν κι ενισχύουν τα ψυχοπολιτικά αισθήματα ανασφάλειας (επικινδυνότητα, φόβο, καχυποψία, ευαλωτότητα) που ισχυρίζονται πως καταπολεμούν.
Το να πάμε λοιπόν «ενάντια και πέρα απ’ τη ρητορική του (αντι)bullying» σημαίνει επίσης πως χρειάζεται να κινηθούμε ενάντια και πέρα απ’ τους κοινωνικοπολιτικούς μηχανισμούς (αν)ασφάλειας που λειτουργούν στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ψυχοπολιτικής.
Βιβλιογραφία
Rigby, Κ. (2008). Σχολικός Εκφοβισμός: Σύγχρονες Απόψεις. Αθήνα: Τόπος.
Rimke, H. (2010).  Beheading aboard a Greyhound bus: Security politics, bloodlust justice, and the mass consumption of criminalized cannibalism.  The Annual Review of Interdisciplinary Justice Research, 1, 172-192.
Szifron, D. (director) (2014). Relatos Salvajes. [Film]  Argentina, Spain: Kramer & Sigman Films, El Deseo
Τρίγκα-Μερτίκα, Ε. (2011). Σχολική Βία. Bullying. Σχολικός εκφοβισμός, θυματοποίηση, ο ρόλος οικογένειας-σχολείου: Επιμορφωτικές  ανάγκες των εκπαιδευτικών. Αθήνα: Γρηγόρη.
[1] Συνέχεια του πρώτου μέρους, http://criticalpsy-net.blogspot.gr/2015/03/bullying_4.html
[2] Στα ελληνικά μεταφράστηκε ως ‘Ιστορίες για αγρίους’.
[3] Αυτή η ψυχολογικοποιημένη ιστορία θυμίζει έντονα το πρόσφατο αεροπορικό δυστύχημα στις Άλπεις και το πόσο εύκολα και γρήγορα επικράτησαν διάφορα –βολικότατα για την εταιρία– ψυχολογικά σενάρια που απέδιδαν το ατύχημα στην υποτιθέμενη κατάθλιψη ή στα «ψυχολογικά» του πιλότου, με τα κανάλια της τρομολαγνείας να ωρύονται για το πως επιτράπηκε σε έναν «τρελό» ή/και «καταθλιπτικό» να πιλοτάρει το αεροπλάνο.
[4] Στην υπόθεση Γιακουμάκη, αυτό φάνηκε κατά τη δημόσια διαπόμπευση των φερόμενων ως ‘θυτών-βασανιστών’, τη διακίνηση των φωτογραφιών τους και τις απειλές κατά της ζωής τους στο διαδίκτυο. Αυτή η εκδικητική μνησικακία όχι μόνο δεν ήταν «bullying»· αντίθετα, ήταν φυσικό επακόλουθο της λογικής του (αντι)bullying.
[5] Οι έννοιες του ‘ψυχικού τραύματος’ ή της ‘κάκωσης/βλάβης της ψυχικής υγείας’ σηκώνουν μεγάλη συζήτηση, αυτό όμως δεν προβληματίζει και πολύ τις κυρίαρχες προσεγγίσεις, καμπάνιες και νομοθεσίες (αντι)bullying.

                                                                                                          Ανδρέας Βουτσινάς 

                                                                                      Πηγή: Δίκτυο Κριτικής Ψυχολογίας

Ενάντια και πέρα απ’ τη ρητορική του (αντι)bullying... (1ο μέρος)

Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της στην ελληνική πραγματικότητα μια τάση θεραπευτικοποίησης της εκπαίδευσης, η οποία αντανακλά ευρύτερες δυτικές τάσεις και θεσμοθετημένες κρατικές πολιτικές. Ορισμένα στοιχεία της είναι η εισαγωγή κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων στα σχολεία ως μέρος των προγραμμάτων απασχόλησης ανέργων, η εμφάνιση σεμιναρίων, ομιλιών και διαλέξεων σε καθηγητές και δασκάλους για τη σημασία της διαχείρισης και της έκφρασης των συναισθημάτων, και γενικότερα μια έμφαση στη ‘ψυχική/συναισθηματική υγεία’ και ‘ευεξία’ των παιδιών. Οι μαθητές που θα μπουν στο σχολείο τα επόμενα χρόνια θα έρθουν σε επαφή με ένα πολύ διαφορετικό σώμα θεσμικών λογικών και πρακτικών από εκείνο που συναντούσαν μέχρι πρότινος. Οι αντιλήψεις περί «παιδιού» ή «μαθητή» παίρνουν σταδιακά μια πολύ πιο θεραπευτική και ψυχολογική τροχιά, οι επιπτώσεις της οποίας δεν έχουν γίνει ακόμα πλήρως αντιληπτές.[1]
Αναπόσπαστο μέρος αυτής της διαδικασίας θεραπευτικοποίησης είναι η –σχετικά πρόσφατη– ανάπτυξη του λόγου του εκφοβισμού (bullying) ως κυρίαρχου ερμηνευτικού πλαισίου των ενδοσχολικών συγκρούσεων και των σχέσεων εξουσίας. Διάφοροι οργανισμοί και θεσμοί όπως η ‘Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου’, το ‘Παρατηρητήριο για την Πρόληψη της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού’, το ‘Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Σχολικού Εκφοβισμού’, αρθρογράφοι στα ΜΜΕ, εκπαιδευτικοί, ψυχολόγοι, γονείς, μαθητές που ωθούνται σε δράσεις και τη δημιουργία βίντεο «ευαισθητοποίησης», τείνουν να αναπαράγουν ένα διάχυτο ηθικό πανικό και κινδυνολογία για τη ψυχική υγεία των παιδιών ή των νέων, κάνοντας λόγο για την εξάπλωση της «κοινωνικής μάστιγας» του bullying και της έξαρσης της βίας στα σχολεία. Ωστόσο, αντί να περιορίζεται στο χώρο της εκπαίδευσης, ο –ψυχολογικής προέλευσης– λόγος του bullying έχει ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς χρησιμοποιείται σταδιακά για τη νοηματοδότηση περιστατικών τα οποία μέχρι στιγμής γίνονταν αντιληπτά ως νεανική «παραβατικότητα» ή «βία» και βρίσκονταν σχεδόν αποκλειστικά στη σφαίρα δικαιοδοσίας του Νόμου (αστυνομία-δικαστήρια-εγκληματολογία). Ποιες συνθήκες οδήγησαν στο ξεδίπλωμα του λόγου περί (αντι)bullying και ποιες είναι οι αλλαγές που επιφέρει;
Η θεραπευτικοποίηση και η πολιτισμική αφήγηση του ‘ψυχολογικά τραυματισμένου θύματος’
Προκειμένου να αντιληφθούμε την ανάδυση του λόγου περί bullying, χρειάζεται να εξετάσουμε πολύ πρόχειρα κάποιες από τις ιστορικές καταβολές του. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και μετά, μια σειρά κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών οδήγησαν σε μια πρωτοφανή διάδοση της ψυχολογικής-θεραπευτικής γλώσσας ως μοντέλου αντίληψης του εαυτού στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες. Η Illouz (2008) υποστηρίζει ότι η αυξανόμενη διάδοση του θεραπευτικού λόγου και η αύξηση της παθολογικοποίησης συνδέεται με την αγορά π.χ. τα οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα ψυχολόγων, ψυχιάτρων, επαγγελματιών ψυχικής υγείας, φαρμακοβιομηχανιών), με την ανάγκη του κράτους για νομιμοποίηση και κοινωνικό έλεγχο, αλλά και με διάφορα πολιτικά υποκείμενα που έθεσαν νέες διεκδικήσεις από το κράτος, χρησιμοποιώντας βασικές πολιτισμικές ιδέες της θεραπευτικής γλώσσας για να προωθήσουν τους αγώνες τους.
Κομβικής σημασίας για τη θεραπευτικοποίηση ήταν η ιδέα πως «όλοι οι πολίτες είχαν ίσα δικαιώματα σε μία υγιή ψυχή» (Illouz, 2008), η οποία χρησιμοποιήθηκε για να αναγνωριστεί η ψυχική οδύνη διαφόρων «ψυχολογικά τραυματισμένων» ανθρώπων (βετεράνων του Βιετνάμ, ψυχικά και σωματικά κακοποιημένων παιδιών και γυναικών) και να διεκδικηθεί πολιτισμική αναγνώριση, ψυχολογική και οικονομική αποζημίωση για εκείνους, καθώς και να γίνουν αλλαγές στις σχέσεις εξουσίας και στη νομοθεσία. Όπως δείχνουν η Illouz (2008) και ο McLaughlin (2012), η ψυχολογική γλώσσα εκτόπισε τους προγενέστερους, περισσότερο «συλλογικούς» τρόπους νοηματοδότησης ορισμένων κοινωνικών προβλημάτων και εμπότισε τη γλώσσα με την οποία εκφράζονταν οι πολιτικοί αγώνες. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους με μια γλώσσα ψυχολογικά τραυματισμένου «θύματος» ή «επιζώντα». Οι παραπάνω αντιλήψεις έγιναν μέρος μιας θεραπευτικής πολιτισμικής αφήγησης για τον εαυτό, η οποία επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία (από παιδιά που έπεφταν θύματα εκφοβισμού στο σχολείο, εργαζόμενους που ήταν θύματα εκφοβισμού στο χώρο εργασίας και αντιλαμβάνονταν την εργασιακή εκμετάλλευση και επισφάλεια ως εξατομικευμένο άγχος, κατάθλιψη ή εργασιακή εξουθένωση που όφειλαν να διαχειριστούν, θύματα πολέμου που είχαν «ψυχικά τραύματα», μέχρι και στοιβαγμένους μετανάστες στα διάφορα κολαστήρια συγκέντρωσης ή ανέργους που χρειάζονταν πρωτίστως «ψυχολογική» βοήθεια).
Ενώ η θεραπευτικοποίηση έμοιαζε αρχικά να διαθέτει πολιτικά προοδευτικές διαστάσεις και υποσχόταν να αναδείξει και να αμφισβητήσει τις δομικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης (μέσα στην πατριαρχική οικογένεια, στο σχολείο, στην επιχείρηση, στον παραλογισμό του πολέμου, στη μεταναστευτική πολιτική, τη δομική ανεργία), ουσιαστικά μετατόπισε την κριτική από το πολιτικό στο ψυχολογικό πεδίο και γύρισε μπούμερανγκ, καθώς υιοθετήθηκε από και ενσωματώθηκε στις ίδιες εξουσιαστικές πρακτικές και θεσμούς που στόχευε να ανατρέψει. Αντί να αντιταχθεί στο θεσμοθετημένο σεξισμό και στην καταπίεση απέναντι σε ΛΟΑΤ ανθρώπους, στον άνισο καταμερισμό της εργασίας, στην εργασιακή αλλοτρίωση, επισφάλεια και εκμετάλλευση, στα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που συνδέονταν με τους πολέμους, στη ρατσιστική μεταναστευτική πολιτική, στο επίκεντρο της έθεσε τον «ψυχολογικά τραυματισμένο» άνθρωπο-θύμα. Η θεραπευτική γλώσσα αφομοιώθηκε και προωθήθηκε με τόση επιτυχία από μια σειρά θεσμών, καθώς έμοιαζε να αμφισβητεί τις σχέσεις εξουσίας και να δίνει απαντήσεις σε κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα, την ίδια στιγμή που τα έσπρωχνε κάτω απ’ το χαλί, μετατρέποντάς τα σε ατομικά ψυχολογικά ή συναισθηματικά προβλήματα που απαιτούσαν την αντίστοιχη υποστήριξη και παρέμβαση. Η ψυχολογική γλώσσα, απέχοντας πολύ από το να αμφισβητήσει τη δομική εκμετάλλευση, τις κοινωνικές ανισότητες και την ωμή βία της εξουσίας, έγινε απλώς το ήπιο θεραπευτικό δεκανίκι της, που παρουσίαζε εκείνους επί των οποίων ασκούταν ως ευάλωτους ή ελλειμματικούς ψυχισμούς, ως ψυχολογικά τραυματισμένα θύματα που χρειάζονταν «ψυχολογική βοήθεια». Ζητούμενο έγινε έτσι η (αυτο)θεραπεία του ψυχολογικά τραυματισμένου/ευάλωτου ατόμου ή η προστασία του μέσω της δημιουργίας αποστειρωμένων και ελεγχόμενων ζωνών ομιλίας, συμπεριφορών και σχέσεων, που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την εύθραυστη και ευάλωτη ύπαρξή του.
Αυτή η θεραπευτική/ψυχολογική γλώσσα (και εξουσία) βρίσκει σύμφωνους ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων, από τα δεξιά μέχρι και τα αριστερά, τόσο δασκάλους όσο και γονείς, τόσο εργοδότες, εργαζόμενους και συνδικάτα, κυρίως λόγω της υπόσχεσής της πως θα προσφέρει διεξόδους σε σημαντικά κοινωνικοπολιτικά, εργασιακά και οικογενειακά ζητήματα. Η ομοφωνία αυτή οφείλεται, επίσης, στο ότι πολλοί/ές θεωρούν λανθασμένα την ψυχολογική/συναισθηματική σφαίρα και την «επιστημονική» της διαχείριση ως κάτι ανεξάρτητο και αυτόνομο από το πολιτικό και το κοινωνικό, και κάτι το ιδεολογικά ουδέτερο.
Η γλώσσα του bullying
Ο λόγος περί bullying που αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του ’90 και άρχισε να εμφανίζεται στο ελληνικό συγκείμενο κυρίως τα τελευταία χρόνια ως ένα εισαγόμενο σώμα ψυχολογικής θεωρίας και ευρύτερης θεσμικής πρακτικής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις παραπάνω τάσεις και μετασχηματισμούς. Ο συγκεκριμένος λόγος επικινδυνότητας προβληματοποιεί ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών, υπάγοντάς τες υπό την αυθεντία και την ειδημοσύνη της ψυχολογικής γνώσης. Επίσης, συνδέεται με διαδικασίες παθολογικοποίησης και ψυχολογικοποίησης της παιδικής/εφηβικής ηλικίας, που επιβάλλουν ένα γενικευμένο καθεστώς ελέγχου, επιτήρησης και κανονικοποίησης στο σχολικό πλαίσιο και ευρύτερα (βλ. Μπαϊρακτάρης, 2013· Παπαθανάσης, 2014).
Η ρευστότητα και η ασάφεια που χαρακτηρίζει τους ορισμούς του ‘bullying’ οδηγεί στο τσουβάλιασμα πολύ ανόμοιων φαινόμενων και συμπεριφορών κάτω από την ίδια ταμπέλα/κατηγορία, συσκοτίζοντας και καθιστώντας ασήμαντες τις ποιοτικά διαφορετικές προθέσεις, αιτίες και επιδιώξεις που χαρακτηρίζουν τις διάφορες μορφές συγκρούσεων, καβγάδων ή/και βίας. Αυτές ποικίλουν ανάλογα με το πλαίσιο, τις συλλογικές και προσωπικές ιστορίες και σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν τους εκάστοτε δρώντες και την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και άρα χρειάζονται διαφορετικές –και κυρίως μη ψυχολογικές και ψυχοπαθολογικές– εξηγήσεις (π.χ. μικροπρακτικές γελοιοποίησης, πειραγμάτων ή προσβολής που αποτελούν μορφές αντίστασης σε σχέσεις καταπίεσης ή/και υπονόμευσης κυρίαρχων κανονιστικών προτύπων και ρόλων, έμφυλες και σεξουαλικοποιημένες μορφές επιθετικότητας και βίας, ένα πείραγμα για κάποιο χαρακτηριστικό όπως μεγάλη μύτη ή αυτιά, συγκρούσεις που πηγάζουν από τα προνόμια, το διαφορετικό γούστο και πολιτισμικούς αξιακούς κώδικες που συνδέονται με την ταξικότητα και τη φυλετικότητα, συγκρούσεις που απορρέουν από την ανταγωνιστική και ταξικά οργανωμένη εκπαιδευτική κουλτούρα που δημιουργεί ‘νικητές’ και ‘αποτυχημένους’, μορφές εξευτελισμού και ταπείνωσης που συνδέονται με κοινωνικές πρακτικές σεξισμού, καταπίεσης ΛΟΑΤ ανθρώπων ή ατόμων με αναπηρία).
Η αδυναμία του λόγου του bullying να διακρίνει τη διαφορετικότητα των παραπάνω περιπτώσεων και τη μη ψυχολογική τους φύση, δεν οδηγεί απλώς σε ένα τσουβάλιασμα, αλλά στη μετατροπή ορισμένων μορφών δομικής καταπίεσης (και των βαθύτερων κοινωνικών, ιστορικών και πολιτικών τους αιτιών) σε τίποτα περισσότερο από ένα υποκειμενικό βίωμα ψυχικής δυσφορίας, που γίνεται αντιληπτό αποκλειστικά σε μια εξατομικευμένη, ψυχολογική/συναισθηματική βάση ή/και ιατρικοποιείται ως συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης του ‘θύματος’. Εξίσου προβληματική είναι η αναγωγή των σχέσεων εξουσίας σε μια απολιτίκ και εξατομικευμένη «μη ανοχή στη διαφορετικότητα».
Συνέπεια της παραπάνω ψυχολογικής θεώρησης είναι η αφελής ιδέα πως οι δομικές σχέσεις καταπίεσης ή/και τα φαινόμενα βίας θα εξαλειφτούν μέσα από δράσεις «ευαισθητοποίησης» για το bullying που θα διδάξουν τα παιδιά και τους εφήβους να «σέβονται το διαφορετικό», να «είναι φίλοι» ή να σκέφτονται και να μιλούν σαν μικροί ψυχολόγοι· ψυχικά τραυματισμένα –ωστόσο ηρωικά– ‘θύματα/επιζώντες’[2] ή μετανοημένοι και γεμάτοι ενσυναίσθηση ‘θύτες’. Αντλώντας από την πολιτισμική αφήγηση του ψυχικά τραυματισμένου/ευάλωτου ατόμου, το ερμηνευτικό πλαίσιο του bullying οδηγεί σε μια αναπόφευκτη θυματοποίηση και ευαλωτότητα εκείνους που κατασκευάζει ως ‘θύματα’, ενώ παθολογικοποιεί αυτούς/ές που κατηγοριοποιεί ως ‘θύτες’ με έμφυλους, φυλετικά και ταξικά συγκεκριμένους τρόπους. Από τη μία, δημιουργείται ένα εύθραυστο υποκείμενο και μια κατάσταση στην οποία κάθε τι που μπορεί να διαταράσσει αυτή την ευθραυστότητα, αποτελεί bullying. Από την άλλη, συμπεριφορές που μέχρι στιγμής γίνονταν αντιληπτές στον καθημερινό λόγο ως ένα ζήτημα ευγένειας ή πειράγματος, ψυχο(παθο)λογικοποιούνται (δεν είσαι πλέον ‘άξεστος’, ‘αγενής’ ή ‘πειραχτήρι’, αλλά ‘bully’).
Καθώς ο λόγος του bullying ανάγει κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες σε ατομικές αλληλεπιδράσεις –που παρουσιάζονται ως σχέσεις μεταξύ προκατασκευασμένων ταυτοτήτων ‘θύτη’ και ‘θύματος’ και «εξηγούνται» με βάση κάποια υποτιθέμενα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους (π.χ. χαμηλή ή υψηλή αυτοεκτίμηση, εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια, έλλειψη ενσυναίσθησης, συναισθηματική ανωριμότητα, ανασφάλειες, αυταρχική ή αντικοινωνική προσωπικότητα, επιθετικότητα κοκ) ή την οικογενειακή ανατροφή τους– καθιστά αόρατες τις σχέσεις εξουσίας και τις ευρύτερες θεσμοθετημένες πρακτικές που διαπερνούν αυτές τις διαδικασίες. Έτσι, καταλήγει να συμβάλλει στην παγίωση και ενίσχυση των σχέσεων εξουσίας και δομικής καταπίεσης που μοιάζει να αμφισβητεί και να υπονομεύει.[3]
Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Η είδηση πως ο Sergei Casper, ένας μαθητής στη Ρωσία, βρήκε φριχτό θάνατο κατά τον βασανισμό από τους συμμαθητές του, περιγράφτηκε ως περιστατικό bullying. Αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο όχι μόνο καθιστά ανεξήγητα και ασήμαντα τα αίτια του συγκεκριμένου περιστατικού[4], αλλά αποπολιτικοποιεί και συγκαλύπτει άμεσα την κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική τους διάσταση. Η παραπάνω επίθεση φαντάζει ακατανόητη αν δεν ληφθεί υπόψη το πατριαρχικό και θεσμικά καταπιεστικό για τα ΛΟΑΤ άτομα πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στη Ρωσία κατά τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά αυτού του πλαισίου είναι όχι μόνο οι αντι-γκέι νόμοι του Πούτιν, αλλά και μια σειρά επιθέσεων, περιστατικών βασανισμού, βιασμού και δολοφονιών ομοφυλόφιλων, που ανέχεται –αν δεν στηρίζει ενεργά– σημαντικό μέρος της ρώσικης κοινωνίας.
Έτσι, το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί κάποια απρόσμενη παθολογική περίπτωση ‘bullying’ που οφείλεται στην «ψυχολογία» των ‘θυτών’ ή του ‘θύματος’, αλλά ένα «φυσιολογικό» τελετουργικό επιβολής της ηγεμονικής αρρενωπότητας σε εκείνες που θεωρούνται υποδεέστερες εντός ενός έντονα πατριαρχικού και ομοφοβικού πλαισίου (βασική αιτία ήταν η αγάπη του για τις τέχνες και η επιθυμία του να δίνει παραστάσεις). Η ανεξήγητη «αδιαφορία» της καθηγήτριας που βρισκόταν μπροστά στο περιστατικό, δείχνει αν όχι τη συμμόρφωσή της με το συγκεκριμένο φαλλοκρατικό πλαίσιο, τότε τουλάχιστον την ανοχή της απέναντι σε αυτό. Αντίστοιχα, στην πρόσφατη υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη που πήρε πρωτοφανή δημοσιότητα, τα αίτια δεν πρέπει να αποδίδονται σε κάποια υποτιθέμενη ψυχοπαθολογία των ‘θυτών’ ή στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ‘θύματος’, αλλά στη θεσμοθετημένη επιβολή μιας ορισμένης μάτσο αρρενωπότητας, με τους διάφορους εξευτελισμούς και καψώνια να συνοδεύονται από την παρότρυνση των κρητικών συγκατοίκων του: «να δείχνεις και να φέρεσαι σαν Κρητικός. Να είσαι σκληρός άνδρας, όπως όλοι οι συντοπίτες σου».
Στις παραπάνω περιπτώσεις (όπως και σε πολύ διαφορετικές περιπτώσεις) ο λόγος του bullying μας επιτρέπει να νοηματοδοτήσουμε διάφορα φαινόμενα και να μιλήσουμε γι’ αυτά, εγκλωβίζοντας όμως τη σκέψη μας σε ένα επιφανειακό επίπεδο ψυχολογίας, ψυχοπαθολογίας ή προβληματικής οικογενειακής ανατροφής, με αποτέλεσμα να παραβλέπουμε τις βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές και πολιτισμικές τους διαστάσεις καθώς και τις σχέσεις εξουσίας που διαπλέκονται με αυτά.
Βιβλιογραφία
Brunila, K. (2012a). From Risk to Resilience: The therapeutic ethos in youth education. Education Inquiry, 3(3): 451-464.
Brunila, K. (2012b). A diminished self: Entrepreneurial and therapeutic ethos working with the same aim.European Educational Research Journal, 11(4): 477-486.
Coppock, V. (2011). Liberating the Mind or Governing the Soul? Psychotherapeutic Education, Children’s Rights and the Disciplinary State. Education Inquiry, 2(3): 385-399.
Illouz, E. (2008). Saving the modern soul. Berkeley: University of California Press.
Ecclestone, K., Hayes, D. (2008). The Dangerous Rise of Therapeutic Education. London: Routledge.
McLaughlin, K. (2012). Surviving identity. Vulnerability and the psychology of recognition. London & New York: Routledge.
Μπαϊρακτάρης, Κ. (2013). Ο εκφοβισμός στα σχολεία και η βία της φτώχειας. Εφημερίδα των Συντακτών, 1 Σεπτεμβρίου http://archive.efsyn.gr/?p=102200
Παπαθανάσης, Λ. (2014). Η κατασκευή της «ενδοσχολικής βίας». Ανακτήθηκε απόhttps://lefterisp.wordpress.com/2014/12/11/v/
Ringrose, J., Renold, Ε. (2010). Normative cruelties and gender deviants: The performative effects of bully discourses for girls and boys in school. British Educational Research Journal, 36(4): 573-96.
Σημειώσεις:
[1] Για κριτικές αυτού που έχει ονομαστεί ‘θεραπευτικό έθος’ στην εκπαίδευση ή ‘θεραπευτική εκπαίδευση’, βλ. Ecclestone & Hayes (2008), Brunila (2012a), Coppock (2011). Για τη σχέση του θεραπευτικού έθους με ένα νεοφιλελεύθερο επιχειρηματικό έθος, βλ. Brunila (2012b).
[2] Χαρακτηριστική είναι εδώ η δήθεν χειραφετητική παρακίνηση «μίλα, μη φοβάσαι».
[3] Όπως δείχνουν οι Ringrose & Renold (2010), ο λόγος του bullying και ο υπεραπλουστευτικός του δυισμός ‘θύτη/θύματος’ αντλούν από και διαιωνίζουν ιεραρχικές έμφυλες σχέσεις και πρότυπα, επιβάλλοντας κανονιστικά ιδανικά αρρενωπότητας και θηλυκότητας.
[4] Υπάρχει μια πολύ προβληματική κυκλικότητα και ταυτολογία στον λόγο του bullying, σύμφωνα με την οποία το ‘bullying’ παρουσιάζεται τόσο ως η αιτία/«εξήγηση» όσο και το όνομα του υπό περιγραφή φαινομένου.

                                                                                                         Ανδρέας Βουτσινάς

                                                                                    
                                                                                          Πηγή: Δίκτυο Κριτικής Ψυχολογίας

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Culture Crossing: μια μοναδική πηγή πληροφοριών για διάφορες χώρες...

 

Προετοιμάζοντας το αυριανό μάθημα στην Γεωγραφία της έκτης τάξης, έπεσα πάνω στο Culture Crossing.
                                                  http://www.culturecrossing.net/

Είναι μια μοναδική πηγή πληροφοριών για διάφορες χώρες. Παρέχει μερικά βασικά δημογραφικά στοιχεία, αλλά συμπεριλαμβάνει επίσης και λεπτομέρειες σχετικά με το ύφος της επικοινωνίας, το ντύσιμο, τις χειρονομίες και την επικονωνία, συνολικά κλπ. Είναι διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη πηγή πληροφοριών σχετικά με τις χώρες που είναι στο διαδίκτυο. Θα αποτελέσει σίγουρα μία πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τους μαθητές όλων των βαθμίδων και όχι μόνο του δημοτικού όταν ερευνούν για πληροφορίες σχετικά με τις χώρες.

                                                                         Πηγή: http://www.sykees8.blogspot.gr

Αποτελέσματα βουλευτικών εκλογών (Σεπτέμβρης 2015)

 
Σάρωσε η αποχή από την εκλογική διαδικασία, καθώς σχεδόν ένας στους δύο από τους εγγεγραμμένους δεν προσήλθε στις κάλπες!
Το ποσοστό της αποχής έφτασε το 44,1% (συμμετοχή των εγγεγραμμένων κατά 55,9%), ενώ το 2,45% όσων ψήφισαν έριξαν στην κάλπη άκυρο ή λευκό ψηφοδέλτιο.
Η αποχή διευρύνθηκε κατά 7,5% σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή ψήφισαν περίπου 650.000 λιγότερα άτομα.
Αναλυτικά, οι Συνδυασμοί, τα ποσοστά που πέτυχαν στις χθεσινές εκλογές και οι Έδρες που κατέλαβαν:


Ενημέρωση:
Ενσωμάτωση:
21-09 12:31                                         19.502/19.513   99,94 %
Κόμμα%Εδρες
ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ-ΣΥΡΙΖΑ35,46145
ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 28,1075
Λαϊκός Σύνδεσμος - Χρυσή Αυγή6,9918
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ (ΠΑ.ΣΟ.Κ. - ΔΗΜ.ΑΡ.)6,2817
Κ.Κ.Ε. - ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ5,5515
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ4,0911
Ανεξάρτητοι Ελληνες - Εθνική Πατριωτική Συμμαχία3,6910
Ενωση Κεντρώων3,439
ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ2,86
ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α - Ε.Ε.Κ.0,85
ΕΝΙΑΙΟ ΠΑΛΑΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ (Ε.ΠΑ.Μ)0,77
ΚΟΙΝΩΝΙΑ0,65
δημιουργία, ξανά! Θάνος Τζήμερος0,53
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ, κοινωνία αξιών, Κόμμα Πειρατών Ελλάδας0,28
ΚΚΕ (μ-λ) - Μ-Λ ΚΚΕ - ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ0,16
ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΕΛΛ. ΛΑΪΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΙΣ "ΕΛ.ΛΑ.Σ."0,12
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ (ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α.)0,08
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΔΙΕΘΝΙΣΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ 0,04
Ο.Α.Κ.Κ.Ε. Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΕ


0,04




Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Σοπενχάουερ: Η μάζα στοχάζεται ελάχιστα...

526121_528410293841654_1867402208_n

 «Η μάζα στοχάζεται ελάχιστα. Αυτός είναι και ο λόγος που διατηρεί τις πλάνες της για μεγάλο χρονικό διάστημα»


«ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΥΨΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ, κάποιοι έχουν εφεύρει μια εντυπωσιακή μηχανή που κατασκευάζει μεγάλες σύνθετες λέξεις, περίπλοκες κοινοτοπίες, ατέλειωτες προτάσεις, νέες και ανήκουστες εκφράσεις, που όλα αυτά μαζί δημιουργούν μια κατά το δυνατόν δύσκολη γλώσσα, που δίνει την εντύπωση της ευρυμάθειας.
ΟΜΩΣ, ΜΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ, ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ δεν λένε τίποτα: όποιος τους ακούει, δεν γίνεται αποδέκτης σκέψεων, δεν νιώθει τη γνώση του να αυξάνει, αλλά αισθάνεται την ανάγκη να αναστενάξει: “Ακούω τον μύλο να γυρίζει, αλεύρι όμως δεν βλέπω” -ή βλέπει επιτέλους καθαρά πόσο λειψοί, πόσο χαμερπείς, πόσο άχρωμοι είναι αυτοί που κρύβονται πίσω απ΄αυτή τη βαρύγδουπη απεραντολογία».
BLU_Mural_Pink_Oberbaum_Bridge_Street_Art_Berlin
«ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΛΗΘΟΣ ΕΧΕΙ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΙΑ και σχεδόν τίποτε άλλο -αυτό που κυρίως το διακρίνει είναι η έλλειψη κριτικού πνεύματος και επίσης η βραχεία μνήμη.
Η ΜΑΖΑ ΣΤΟΧΑΖΕΤΑΙ ΕΛΑΧΙΣΤΑ, γιατί της λείπει ο χρόνος και η άσκηση. Αυτός είναι και ο λόγος που διατηρεί τις πλάνες της για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς όμως να είναι, όπως ο κόσμος των διανοούμενων, σαν τον ανεμοδείχτη που κάθε φορά προσαρμόζεται στους ανέμους της μόδας.
ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΩΣ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΤΣΙ γιατί θα ήτανε τρομακτική η ιδέα των συνεχών ξαφνικών μεταστροφών αυτής της βαριάς και δυσκίνητης ανθρώπινης μάζας, προπάντων αν αναλογιστούμε πόσα θα μπορούσαν να ξεριζωθούν και να ανατραπούν με αυτές τις απότομες μεταστροφές».

sopenh
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Άρθουρ Σοπενχάουερ, Η Τέχνη του να είσαι προσβλητικός
                                                                                                      
                                                                                                                         Πηγή: doctv

Κυριακάτικο σινεμά "ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΤΙΜΟ..." (1965)

Filotimo

Μία ταινία σταθμός...Της Φίνος Φιλμ του 1965 σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου.Ο«Μαυρογυαλούρος» έχει γίνει μέρος της πολιτικής ορολογίας στην Ελλάδα. Ας Θυμηθούμε την ταινία λίγο πριν ψηφίσουμε στις αυριανές εκλογές...

Υπόθεση: Ο Ανδρέας Μαυρογιαλούρος (Λάμπρος Κωνσταντάρας) είναι υπουργός, αρμόδιος επί των δημοσίων έργων. Με αφορμή την πρόσφατη ανέγερση του νέου μαιευτηρίου στην εκλογική του περιφέρεια, έχει προγραμματίσει να ταξιδεύσει ως εκεί για μια ομιλία. Στο ταξίδι αυτό, που πραγματοποιείται οδικώς, τον συνοδεύει η κόρη του Αλίκη (Νίκη Λινάρδου), καθώς και ο οδηγός του (Γιώργος Γρηγορίου). Το κινηματογραφικό έργο βασίστηκε στο θεατρικό έργο «Ανώμαλη προσγείωση», μια διαχρονική κωμωδία που έγραψαν οι Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος και την οποία ανέδειξε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας με την ερμηνεία του στον κινηματογράφο
ΣκηνοθεσίαΑλέκος Σακελλάριος
Πρωταγωνιστούν:Λάμπρος Κωνσταντάρας, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Ανδρέας Ντούζος, Γιώργος Γαβριηλίδης, Χάρης Παναγιώτου, Χρήστος Δοξαράς, Νικήτας Πλατής, Νίκη Λινάρδου, Μέλπω Ζαρόκωστα

   

 Δείτε την ταινία στον παρακάτω σύνδεσμο:
https://www.youtube.com/watch?v=k35-n7VCHRU

                                                     Καλή Κυριακή!                                       

Καλοπληρωμένοι, τεμπέληδες και υπεράριθμοι οι εκπαιδευτικοί μας; Τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο...


 Αυτές είναι μόνο λίγες από τις κατηγορίες που προσάπτουν όσοι θέλουν να «στριμώξουν» τους Έλληνες εκπαιδευτικούς του δημοσίου σχολείου. Μάλιστα αρκετοί από αυτούς εμφανίζουν και ψευδή στατιστικά στοιχεία για να στηρίξουν τις κατηγορίες αυτές. Φυσικά πίσω από τέτοιες ενέργειες παραποίησης ή μη αντικειμενικής ανάγνωσης των στοιχείων υπάρχει δόλος με στόχο την προώθηση των προτάσεων του ΟΟΣΑ και των μνημονίων που επιδιώκουν να πετύχουν δραστική συρρίκνωση της παρεχόμενης δημόσιας εκπαίδευσης στη χώρα μας. Και ο τρόπος για να πετύχουν κάτι τέτοιο είναι να «στριμώξουν» εκείνους που αντιστέκονται στα άνομα αυτά σχέδια, τους εκπαιδευτικούς. Εδώ θα πρέπει να πω ότι η παραποίηση στοιχείων για τη χώρα μας δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο αλλά θεωρώ ότι λίγη αποκατάσταση της αλήθειας είναι επιβεβλημένη .Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Οι έλληνες εκπαιδευτικοί έχουν λίγες διδακτικές ώρες την εβδομάδα...
Πηγή: Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ευρυδίκη (Eurydice) (Αριθμοί Κλειδιά της Εκπαίδευσης στην Ευρώπη 2009)
1) Ο μέσος αριθμός διδακτικών ωρών την εβδομάδα για τους έλληνες καθηγητές είναι 20.5 ώρες ενώ ο μέσος όρος όλων των χωρών της Ε.Ε (Ευρωπαϊκής Ένωσης) είναι 18.8 ώρες.    
2) Σε μόλις 5 από τις 25 χώρες της Ε.Ε (στις οποίες υπάρχουν στοιχεία) οι καθηγητές διδάσκουν περισσότερες ώρες την εβδομάδα από ότι στη χώρα μας.

Οι έλληνες εκπαιδευτικοί είναι καλοπληρωμένοι...
Πηγή :Teachers and School Heads Salaries and Allowances in Europe 2013-2014 (European Commission)
1) Ο μέσος βασικός ακαθάριστος ετήσιος μισθός ενός καθηγητή στην Ελλάδα είναι περίπου 13.000 € όταν ο αντίστοιχος μισθός κατά μέσο όρο για τις χώρες της Ε.Ε είναι περίπου 27.000 € (δηλαδή υπερδιπλάσιος).
2) Ο μηνιαίος καθαρός μισθός ενός νεοδιόριστου έλληνα εκπαιδευτικού χωρίς παιδιά είναι 670 €. Αν σκεφτούμε ότι οι νέοι διορισμοί, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, γίνονται στα πιο απομακρυσμένα σημεία της χώρας ,όπου ο νεοδιόριστος εκπαιδευτικός είναι αναγκασμένος να ζήσει αρκετά χρόνια, καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα ακόμα και για την απλή επιβίωσή του.

Ναι, αλλά οι έλληνες εκπαιδευτικοί έχουν μεγάλες διακοπές...
Πηγή :Μελέτη στοιχείων για τους εκπαιδευτικούς και την εκπαίδευση στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες 2012 (ΚΕΜΕΤΕ- ΟΛΜΕ)
1) Οι έλληνες καθηγητές διδάσκουν 36 εβδομάδες τον χρόνο όταν ο μέσος όρος για τις χώρες της Ε.Ε είναι επίσης 36 εβδομάδες τον χρόνο. Εδώ οφείλουμε να πούμε ότι στους αρχικούς πίνακες του ΟΟΣΑ οι εβδομάδες που είχαν δηλωθεί ήταν μόλις 31. Αυτό το στοιχείο χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για να επιβληθεί η γνωστή αύξηση ωραρίου κατά 2 ώρες στους έλληνες εκπαιδευτικούς το 2013.Όμως το στοιχείο αυτό ήταν ψευδές γιατί δεν συμπεριλάμβανε και τις 5 περίπου εβδομάδες εξετάσεων (προαγωγικές, επαναληπτικές, πανελλήνιες κ.λ.π ) που λαμβάνουν χώρα στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα. Να τονίσουμε εδώ ότι οι άλλες χώρες και θεωρούν τις μέρες των εξετάσεων ως μέρες διδασκαλίας αλλά και έχουν πολύ λιγότερες μέρες εξετάσεων από το δικό μας σχολείο.

Οι έλληνες εκπαιδευτικοί είναι πολλοί σε σχέση με τους μαθητές...
Πηγή :Education at a Glance 2014: OECD Indicators
1) Ο μέσος όρος του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι λίγο μεγαλύτερος (22 μαθητές ανά τμήμα) από μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε (21 μαθητές ανά τμήμα).
2) Πρέπει να σταθούμε αρκετά στην αναλογία εκπαιδευτικών- μαθητών. Τα στοιχεία του παραπάνω πίνακα είναι του 2012 και όπως διαπιστώνετε περιλαμβάνει μόνο 15 ευρωπαϊκές χώρες. Ουσιαστικά δεν έχουν καταχωρηθεί στοιχεία για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Στο 3ο μνημόνιο που ψηφίστηκε πρόσφατα προβλέπεται «Ευθυγράμμιση αριθμού διδακτικών ωρών ανά μέλος προσωπικού και αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό, με βέλτιστες πρακτικές ΟΟΣΑ» έως τον Ιούνιο 2018.Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία του 2012 είμαστε ήδη σε ευθυγράμμιση. Όμως σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που δεν τα έχει επικαιροποιήσει από το 2007, η Ελλάδα είχε τότε μεγάλη αναλογία εκπαιδευτικών- μαθητών (1 εκπαιδευτικός ανά 8,5 μαθητές) ενώ ο μέσος όρος για τις χώρες της Ε.Ε ήταν σαφώς μικρότερος (1 εκπαιδευτικός ανά 12 μαθητές).Σήμερα όμως 8-9 χρόνια μετά τα νούμερα αυτά έχουν αλλάξει δραματικά και σίγουρα δεν ισχύουν, εξαιτίας κυρίως των ελάχιστων διορισμών και των μαζικών αποχωρήσεων.
Επίσης τίθεται και ένα μείζον θέμα εγκυρότητας τέτοιων στατιστικών μελετών που ουσιαστικά για να βρουν την αναλογία εκπαιδευτικών- μαθητών απλά κάνουν μια διαίρεση του συνολικού αριθμού των εκπαιδευτικών με τον συνολικό αριθμό των μαθητών χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης της κάθε χώρας. Ειδικά για τη χώρα μας δεν λαμβάνουν υπόψη ότι υπάρχουν πάρα πολλά νησιά και απομακρυσμένα χωριά όπου οι εκπαιδευτικοί είναι πολλές φορές ακόμα και περισσότεροι από τους μαθητές.  
3) Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε το τεράστιο έλλειμμα βοηθών διδασκόντων και βοηθητικού προσωπικού στα σχολεία της Ελλάδας σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, η αναλογία βοηθών διδασκόντων –μαθητών στην Ελλάδα είναι : 1 βοηθός ανά 2.500 μαθητές ,ενώ κατά μέσο όρο στις χώρες της Ευρώπης είναι : 1 βοηθός ανά 330 μαθητές.
Επίσης η αναλογία βοηθητικού προσωπικού –μαθητών για την Ελλάδα είναι μόλις : 1 βοηθός ανά 3.300 μαθητές ενώ στην Ευρώπη είναι 1 βοηθός ανά 65 μαθητές.

Συμπερασματικά
1) Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί είναι από τους πιο κακοπληρωμένους εκπαιδευτικούς της Ευρώπης. Μάλιστα αν προσαρμόσουμε τους μισθούς στην πραγματική αγοραστική τους αξία σε κάθε χώρα ξεχωριστά ( ppp index by country ) τότε οι μισθοί των Ελλήνων εκπαιδευτικών κατρακυλούν στις τελευταίες θέσεις. Τα τελευταία 6 χρόνια έχουν υποστεί τεράστιες μειώσεις στις αποδοχές τους (ο βασικός μισθός πρωτοδιόριστου έχει μειωθεί κατά 45%).
2) Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί ασκούν τα διδακτικά τους καθήκοντα κατά μέσο όρο 20.5 ώρες την εβδομάδα που αποτελεί τον 6ο μεγαλύτερο χρόνο από τις χώρες της Ε.Ε. Επίσης ο αριθμός των εβδομάδων που διδάσκουν σε ένα έτος είναι ακριβώς ίσος με το μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε (36 εβδομάδες ανά έτος). Οι συνολικές διακοπές τους είναι περίπου 11 εβδομάδες ανά έτος που επίσης ισούται με το μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. Μάλιστα είναι κατάφωρη αδικία για τους ‘Έλληνες εκπαιδευτικούς να λαμβάνεται υπόψη μόνο ο διδακτικός χρόνος όσον αφορά την εργασία των εκπαιδευτικών, αφού είναι επιφορτισμένοι και με αρκετές γραφειοκρατικές και διοικητικές εργασίες ,σε αντίθεση με την συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων τους στις άλλες χώρες που η εργασία τους αφορά μόνο τα διδακτικά τους καθήκοντα. Στη χώρα μας οι βοηθοί διδασκόντων, το βοηθητικό προσωπικό και η γραμματειακή υποστήριξη θεωρούνται άσκοπες πολυτέλειες.
3) Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί, όχι απλά δεν είναι υπεράριθμοι σε σχέση με τις ανάγκες αλλά είναι επιβεβλημένο να γίνουν άμεσα και νέοι διορισμοί. Είναι άλλωστε φαιδρό να μιλάμε για υπεραριθμίες όταν κάθε Σεπτέμβριο έχουμε πάνω από 20.000 κενά. Η αναλογία μαθητών-εκπαιδευτικών είναι ένας μη έγκυρος δείκτης (δεν λαμβάνει υπόψη του την ανομοιογενή κατανομή των μαθητών στα διάφορα μέρη της χώρας) που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τη συγχώνευση και το κλείσιμο σχολικών μονάδων.

Αντί επιλόγου
Είναι αστείο να κατηγορούν τους Έλληνες εκπαιδευτικούς για τεμπέληδες, υπεράριθμους και καλοπληρωμένους. Τα στοιχεία είναι αδιάσειστα και δείχνουν τα ακριβώς αντίθετα. Με αυταπάρνηση και βαθιά συναίσθηση του ρόλου τους κρατάνε ακόμα όρθιο το ελληνικό σχολείο παρά την απαξίωση, την αμφισβήτηση και τον πόλεμο που δέχονται.
Είναι αναμφισβήτητο ότι πρέπει να αλλάξουν πολλά πράγματα όσον αφορά την εκπαίδευση αλλά και τους εκπαιδευτικούς. Υπάρχει όμως μια βασική προϋπόθεση που αν δεν ικανοποιηθεί δεν μπορεί να γίνει καμία αλλαγή: Απαιτείται από το κράτος να θέλει να επενδύσει στην εκπαίδευση και όχι να τη θεωρεί ως βάρος που θέλει να ελαφρύνει ή να αποτινάξει τελείως από πάνω του. Καμία βελτίωση δεν μπορεί να γίνει χωρίς την αύξηση δαπανών για την παιδεία και χωρίς την παροχή στήριξης και εμπιστοσύνης στους εκπαιδευτικούς. Ζητούμενα στην εκπαίδευση πλέον είναι μόνο τα αυτονόητα...
                                                                                                      
                                                                                                               Δημήτρης Τσιριγώτης. Φυσικός

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Το ρεμπελιό των ποπολάρων (Ζάκυνθος, 1628-1632)

Αμή όταν οι κατώτεροι αρχινήσουν ν’ αποτζιπόνουνται τους μεγαλητέρους και χάσουν την υπόληψιν την προτήτερην οπού τους εκρατούσαν, δύσκολα είναι πλέον να γυρίσουν εις την προτήτερήν τους τάξιν.
Άντζολος Σουμάκης

Στα Ελληνικά Ανέκδοτα που εξέδωσε το 1867 ο Κωνσταντίνος Σάθας (1842 – 1914) συμπεριλαμβάνεται κι ένα κείμενο με τίτλο «Διήγησις του ρεμπελιού των ποπολάρων»· το χρονογράφημα υπογράφεται από κάποιον ευγενή, τον Άγγελο Σουμάκη και αναφέρεται λεπτομερώς σε μια εξέγερση των «ποπολάρων» στη Ζάκυνθο, η οποία αναστάτωσε το νησί για τέσσερα χρόνια περίπου, από το 1628 μέχρι το 1632. Στην εισαγωγή της διήγησης διαβάζουμε:
«Την παρούσαν διήγησιν εβουλήθηκε μου, εμέ του Άντζολου Σουμάκη του ποτέ σινιόρ Τζόρτζη από το άνωθεν νησί της Ζακύνθου, να την βάλω εις εθύμησι, δια ποία αφορμή και αιτία ο όλος λαός της χώρας του άνωθεν νησιού εσηκώθησαν κατ΄απάνου στον Πρίντζιπό τους και των αρχόντων τους με βουλή και γνώμη να κόψουν τους άρχοντές τους, και εις ποίον καιρόν συνέβη η υπόθεσις ετούτη.»
Άρχοντες, αστοί στη Ζάκυνθο. Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών
Άρχοντες, αστοί στη Ζάκυνθο. Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών

Ρεμπελιό λέγεται σήμερα η τεμπελιά, το αραλίκι, το να ζεις δίχως σοβαρό σκοπό, ασυλλόγιστα, χωρίς να δουλεύεις· στο ομώνυμο κείμενο του Σουμάκη σημαίνει τη στάση, την απείθεια, την εξέγερση· έχουμε την ιταλική λέξη ribellione= εξέγερση, καθώς και το βενετικό rebelo= επαναστάτης, ρέμπελος, με τη σημερινή περίπου νεοελληνική σημασία.
Ποπολάρος λέγεται γενικώς ο άνθρωπος του λαού [ιταλ. popolar(e)]· στο χρονογράφημα για τη Ζάκυνθο, ως ποπολάροι αναφέρονται κυρίως οι λαϊκοί άνθρωποι των πόλεων, με σαφή διάκριση προς τους «εξωχωρίτες», τους ανθρώπους τη υπαίθρου· οι ποπολάροι του Σουμάκη φαίνεται ότι ασκούσαν επαγγέλματα (έμποροι, ειδικευμένοι τεχνίτες, τσαγκάρηδες, ράφτες και ανήκαν σε οργανωμένες συντεχνίες· είχαν γενικά διακριτή μεταχείριση και ίσως καλύτερη μοίρα από τους ακτήμονες καλλιεργητές των χωριών· πιθανότατα απαλλάσσονταν από ορισμένες επίπονες αγγαρείες, φόρους και δοσίματα. Στη Ζάκυνθο, οι κάτοικοι χωρίζονται σε τρεις τάξεις: τους ευγενείς (nobili), στους αστούς (civili) και το λαό (poporali). Μόνο οι ευγενείς ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο (libro d’oro) και είχαν πολιτικά δικαιώματα.
Όπως συνέβαινε και με άλλες βενετικές κτήσεις στο Ιόνιο, αντιπρόσωποι της «γαληνοτάτης Δημοκρατίας» στη Ζάκυνθο ήταν ο Προβλεπτής («πρεβεδούρος») μαζί με τους συμβούλους του. Ο διοικητής των Επτανήσων στη διάρκεια της Ενετικής περιόδου ήταν ο Provveditore generale da Mar (Γενικός προβλεπτής της Θάλασσας), ο οποίος διέμενε στην Κέρκυρα. Την εποπτεία της διοικήσεως όλων των νησιών είχε ο Γενικός Προβλεπτής της Ανατολής, που έκανε επιθεωρήσεις κάθε χρόνο και φρόντιζε για την τήρηση των νόμων· αυτός είχε τριετή θητεία, δίκαζε, εξέδιδε διατάγματα, έγραφε εκθέσεις και λογοδοτούσε για τις πράξεις του στη βενετική Σύγκλητο. Οι διοικητές ήταν ουσιαστικά ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι τη Βενετίας· για τον πληρέστερο έλεγχό τους, οι Βενετοί θέσπισαν και τον θεσμό των «συνδίκων και ανακριτών της Ανατολής»· οι αξιωματούχοι αυτοί («sindici et inquisitori di Levante», «σύδικοι») είχαν καθήκον να παρακολουθούν στενά το έργο της βενετικής διοίκησης κατά τόπους.
Άρχοντες, αστοί στη Ζάκυνθο. Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών
Άρχοντες, αστοί στη Ζάκυνθο. Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών

Στα 1628, γράφει ο Σουμάκης, η Μπαρμπαριά είναι γεμάτη κουρσάρους, οι οποίοι με τα κάτεργά τους προκαλούν μεγάλες καταστροφές στις χριστιανικές χώρες, (ήτον μεγάλο θαύμα εις ταις ζημιαίς που έκαναν). Ο αριθμός των κουρσάρων αυξήθηκε πολύ, όταν ο βασιλιάς (ρήγας) της Σπάνιας έδιωξε από τους τόπους του πάνω από 70.000 Γρανατσέρους, οι οποίοι κατέφυγαν στην Αφρική και σε άλλα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Γρανατίνοι «δια να συμπλησιάσουν με την Μπαρμπαρίαν έπιασαν την πίστη του Μωαμέτη και εκάνανε τούρκικα στο κρυφό.». Κατά τον Σουμάκη, ο βασιλιάς της Ισπανίας έδιωξε συνολικά 150.000 ή 90.000 ψυχές, άντρες και γυναικόπαιδα. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς κατοίκησαν στα παράλια της Αφρικής και, καθώς ήταν «άνθρωποι τεχνεμένοι εις πολλάς επιστήμας», γρήγορα πλήθυναν και «ηύξυναν όλες εκείνες οι χώρες «από πάσαν τέχνην και αξίες αρκεταίς, οπού πρωτύτερα δεν τας είχαν.» Ήξεραν ακόμη να φτιάχνουν καράβια («καλοί μαστόροι») κι εκεί που πρώτα οι κουρσάροι αρμάτωναν έξι ή επτά καράβια, έφτασαν ν’ αρματώνουν «είκοσι δύο μεγάλα κι ανδρειωμένα κάτεργα.»
Σύμφωνα με πολλές πληροφορίες που καταφτάνουν («είχαμε τα μαντάτα συχνά από πλέον τόπους») οι επικίνδυνοι αυτοί πειρατές σχεδίαζαν να χτυπήσουν με την αρμάδα τους το πλούσιο νησί της Ζακύνθου, που βρισκόταν τότε υπό βενετική κατοχή. Αφέντης του νησιού ήταν ο «κενεράλε Πόντε», σταλμένος από την «γαληνότατη αυθεντεία της Βενετίας»· ο Πόντες ετοίμασε «ορδινιά» 14 «καπετανέους», έναν σε κάθε ενορία, οι οποίοι έπρεπε ν’ αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη επιδρομή των πειρατών: «…να είναι έτοιμοι κάθε καιρόν οπού να έλθουν οι εχθροί να συμμαζωχθούν με τάξιν ο πάσα ένα εις τον καπετάνιον του, και ο κάθε καπετάνιος να συντρέχη με όλην την συντροφίαν να βρίσκει τον κουβερναδόρο του νησιού δια να λαβαίνει ορδινίαν εις ποιόν τόπον έχει να πάγη διά να φυλάξη την χώραν και να εναντιωθή των εχθρών, ως κυβερνήτης του πολέμου, με υπόσχεσιν ότι κάθε βράδυ να κρατούνε φύλαξι δύο καπεταναίοι όλον τον καιρόν του καλοκαιριού, όπου είναι ο φόβος·» Στα μέρη που ορίστηκαν για φύλαξη και στις βίγλες θα συμμετείχαν καβαλάρηδες της μόνιμης φρουράς του νησιού και πεζοί οι λεγόμενοι «κουριέρηδες» από τα χωριά, «ως ήταν η παλιά συνήθεια.»
Ζάκυνθος. Λιθογραφία εποχής 

Στις βίγλες «εσύντρεχαν» πρόθυμα στην αρχή «πολλοί νέοι αρχοντόπουλα και έτερα παλικάρια του λαού αρματωμένα και έτεροι από άλλες ενορίες της χώρας, οι οποίοι επηγαίνανε διά χαράν τους και εσυντροφεύανε τον καπετάνιο εκείνης της βραδιάς· ποίος επήγαιν’ εις τον έναν και ποίος εις τον άλλο, κατά την αγάπη όπου κάθε εις πρόσφερε ή του ενού ή του άλλου, διά να αξιόνουν τον καπετάνιο εκείνον, ως φίλον τους, και διά να φαίνωνται και εκείνοι άξιοι του πολέμου·» […] «Και βλέποντας του ο γουβενάρδος του νησιού, ο οποίος έχει την προτίμησιν της κυβερνήσεως του πολέμου, εθαυμαζότουνα εις τους περισσίους ανθρώπους οπού ήσαν με κάθε καπετάνιον πάσα αυγή, μην ηξεύρωντας το πώς μέρος απ’ αυτούς ήσαν δανεικοί από άλλες συντροφίες, και εχαιρότουνα κατά πολλά το πώς η χώρα ετούτη έχει περισσόν λαόν, και δύσκολο το είχε ότι να καταπατηθή από τους εχθρούς·»
Γουβερνάνδος, και υπεύθυνος για τη στρατιωτική άμυνα του νησιού, ήταν κάποιος κόντες Πορτζενίγο, «από τα μέρη της Φραγγίας, σούδιτος Βενετσιάνος, και άρχοντας κατά πολλά φρόνιμος και επιτήδειος εις πάσα του κάμωμα και αρεταίς.» Κάποια στιγμή, ο κόντες κατάλαβε τι γινόταν, ότι δηλαδή οι φρουρές δεν ανήκαν στη δύναμη κάθε καπετάνιου αλλά ήταν συχνά «δανεικές», και θέλησε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, να διαπιστώσει δηλαδή με καταμέτρηση τον πραγματικό αριθμών των ενόπλων, ειδικά των επιστρατευμένων από τις τάξεις του λαού· αυτό ήταν «δικαιολογημένο» και «χριστιανικό», γράφει ο Σουμάκης, διότι από τη μια «είχε το βάρος της κυβερνήσεως», κι απ’ την άλλη, αν συνέβαινε κανένα κακό, έπρεπε «να πληρόνει με την παίδεψιν του, έξω όπου χάνει και την τιμήν του και πλέον κυβέρνηση δεν του δίδουν.» Ωστόσο, αφού έληξε η θητεία του («εσώθη ο καιρός του»), τη θέση του πήρε κάποιος κόντες Στρασόλδος, «άρχοντας κι ετούτος περίσσα ευγενικός και άξιος τη Κυβερνήσεως, με αρεταίς·» ο νέος γουβερνάνδος έστειλε στη Βενετία γραπτή αναφορά για τα γεγονότα στο νησί, κι ανέφερε ότι έπρεπε να γράψουν και στον προϊστάμενο του, τον γενικό Προβλεπτή (πρεβεδούρο) της Ζακύνθου, ώστε «με πάσα τρόπο και μόδο» να στρατολογηθεί ο λαός και να γραφτεί στα κατάστιχα, «κράζωντας πάσαν καπετάνιο με τη συντροφιάν του όλην, και να τους γράψη κατά όνομα, και τούτο δια να βεβαιωθεί το πόσος λαός βρίσκεται στη χώρα της Ζακύνθου.»
Προβλεπτής του νησιού ήταν εκείνο το διάστημα ο εξηντάχρονος Πιέρος Μαλιπιέρος· αυτός κάλεσε του «σύνδικους» του νησιού και ζήτησε τη γνώμη τους· τα μέλη του συμβουλίου είπαν ότι το πράγμα δεν ήταν απλό κι εύκολο (του έβαλαν κάμποσην δυσκολία), και γι’ αυτό έπρεπε να ξεκινήσει την καταγραφή χωρίς μεγάλη δημοσιότητα· αν ο λαός καταλάβαινε ακριβώς τι ήθελαν να κάνουν («αγροικήση τούτο») δύσκολα θα τον έπειθαν να καταταχθεί· από την άλλη, έβλεπαν οι ίδιοι ότι η διαταγή ήταν σαφής και η καταγραφή έπρεπε να γίνει και δεν μπορούσανε να «τον εναντιωθούνε και να τον αντισκόψουνε.» Τον συμβούλεψαν λοιπόν να μη γίνει «η πρόσταξις η αυθεντική» η οποία και «δικαιολογημένη» ήταν και «πολλά χριστιανική», αλλά να ξεκινήσει το μέτρημα από τους ανθρώπους της «έξω χώρας» και σιγά σιγά, αφού «το έργος τούτο δεν έγινε άλλη φορά» και «γνώριζαν τη φύση των ανθρώπων.»· τελικά «βρήκανε στράτα δια πλέον καλύτερο και ήσυχο τρόπο» και σκέφτηκαν να πουν καταρχήν την αλήθεια στο λαό: «…από το σενάτο της Βενετίας τους αβιζάρανε, ότι η αρμάδα της Μπαμπαρίας έχουνε τη γνώμη να χτυπήσουν την χρονίαν εκείνη, το 1628, στο νησί της χώρας τη Ζακύνθου, και διά τούτο ήτανε αναγκαίον να γραπτή ο λαός όλος δια να ηξεύρουν με πάσαν αληθοσύνην πόσος λαός ευρίσκεται, και ετούτο ήτανε πρεπούμενο να γίνει.» Πρότειναν ακόμη οι σύνδικοι όλα να γίνουν όσο το δυνατόν πιο διακριτικά («με τρόπον σκεπαστικόν»), χωρίς βιασύνη, πρώτα στα «έξω μέρη της χώρας» ή «όπου αλλού έχουν την όρεξίν τους και ευχαρίστησίν τους», ώστε «να μην τους βλέπουν» οι άλλοι νησιώτες από τη χώρα.
O πληθυσμός των  Επτανήσων κατά την Ενετική περίοδο
O πληθυσμός των Επτανήσων κατά την Ενετική περίοδο

Παρ’ όλα αυτά, ο λαός δεν συμφώνησε με κανενός είδους καταγραφή («καμμίας λογής») κι «ο λόγος εσπάρθηκε εις όλην την χώραν και εμουρμουριζότανε ανάμεσα τον λαόν το πως δεν τους αρέσει, λογαριάζοντας εις τον εαυτόν τους, ότι το έργο ετούτο ναν τους ήνε εις σε κακό και εις καταφρόνεσι μεγάλη, διά περισσίαις αφορμαίς» και θα στρεφόταν τελικά εναντίον τους.
Σύνδικοι εκείνο τον καιρό ήταν οι  «σινιόροι» ΜικέληςΤομάζος Μοντζενίγος, «αβοκάτος και άξιος άνθρωπος κατά πολλά» και ο  Γεώργιος Μαρτέλαος· κι ενώ αυτοί συμφώνησαν και συμβούλεψαν να γραφτεί ο λαός διακριτικά, «έξω από τη χώρα», ο πρεβεδούρος έπραξε διαφορετικά: κατέβηκε μια αυγή στον «φόρο» κι έστειλε να φωνάξουν τον Νόυτζο τον Σιγούρο, έναν από τους καπεταναίους που εκείνη την προηγούμενη νύχτα έκανε τη βίγλα του στη περιοχή του «Σταυρωμένου»· ο Νούτζος, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, προσήλθε μαζί με «τη συντροφία του» και ο προβλεπτής τους κατέγραψε επιτόπου, μαζί με όσους βρέθηκαν εκεί.
Η καταγραφή αυτή κακοφάνηκε στο λαό («εσκληρευτήκανε οι καρδίαις του, και των εντράπηκαν κατά πολλά») και δεν άρεσε ούτε στους συνδίκους, διότι «δεν έκαμεν ο πρεβεδούρος ως εμιλήθη η δουλειά, μόνον αληλούησε και έκαμε την αρεσιά του.» Οι ποπολάροι αποφάσισαν τότε να διαμαρτυρηθούν στον πρεβεδούρο· αντί όμως να πάνε «με τάξι ταπεινή δέκα και δώδεκα απ’ αυτούς και από τους πλέον γεροντότερους ταχτικούς», αφού μιλήσουν πρώτα με τους «συνδίχους», που είναι «οι πατέρες όλου του λαού», μαζεύτηκαν καμιά εκατοστή, «καλοί και κακοί» και πήγαν να μιλήσουν το παράπονό τους στον πρεβεδούρο «με τρόπον σκληρόν, άπρεπον και σκανδαλοποιόν.» Ο Φασόης και ο Μαρτέλαος μάταια προσπάθησαν να κατευνάσουν το θυμό και τη σκληρότητά τους· πριν ακόμα συναντήσουν τον πρεβεδούρο, οι ποπολάροι «ήρθανε στα χοντρά» με τους συνδίκους, χωρίς να κρατήσουν ούτε τα προσχήματα («δίχως κανένα ρεσπέτο»), φοβερίζοντας και βρίζοντας τους άρχοντες· έλεγαν λοιπόν φανερά πως δε θέλουν να περάσουν καμμιάς λογής καταγραφή, όπου και να γίνει, και δεν είναι ομπλιγάδοι, μήτε σολτάδοι πλερωμένοι να παίρνουν την ρεσίνια αφεντική, «να τους τραβήξουνε εις σε ρόλο, μόνον να ήνε σούδιτοι και ελεύθεροι, και ει δεν τους αρέσει ο Βενετσιάνος, πάνε όπου τους φαίνεται, με τον Σπάνια ή με τον Τούρκο, και διά τούτο δεν χρειαζότουνα να γένη εις του λόγου τους τέτοια υπηρεσία, και τον είχαν εις εντροπήν μεγάλην, και πως οι άρχοντες δεν τον έκαναν με άλλο τέλος παρά διά να τους βάλλουν εις υποταγήν τους, ωσάν τους ξεχωρίταις, διά να τους σέρνουν οπού κι αν θέλουν εις σε πόλεμο και εις δούλεψι, και εις πάσα άλλην υπόθεση, και έτερα περίσσια λόγια άπρεπα και ψέματα, όπου εμετριότανε και έπεσε όλο το κατάβαρο στους άρχοντας το πως να ήνε αιτία ατοί τους και η βουλή τους να γίνουνται ετούτα τα καμώματα. »
Όπως φαίνεται και στο προηγούμενο απόσπασμα, οι ποπολάροι δεν ήθελαν να στρατολογηθούν, επειδή αυτό θα έδινε πάτημα για ποικίλες καταπιέσεις και διακρίσεις· στην ουσία θα έμπαιναν σ” ένα ιδιότυπο στρατό, ο οποίος, εκτός από την άμυνα του νησιού, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για «αγγαρείες» όπως το χτίσιμο και η επισκευή των φρουρίων ή και για τις πολεμικές ανάγκες της Βενετίας σε άλλες περιοχές. Οι «σολτάδοι» που αναφέρονται στο κείμενο ήταν επιστρατευμένοι χωρικοί και πολίτες, -όχι όμως απαραίτητα επαγγελματίες μισθοφόροι- οι οποίοι χρησιμοποιούνταν σχεδόν παντού, κι έπαιρναν αναλόγως μισθό ως στρατιώτες. Στο χρονικό του επίσης Ζακυνθινού Μάτεση (1684 περίπου) γίνεται αναφορά σε χιλιάδες «σολτάδους», που πολεμούσαν στο πλευρό των Βενετών, σε στεριά και θάλασσα: «Μαγιού 21, ήρθε ένα καράβι της αρμάδας από την Βενέτιαν φορτωμένο σολτάδους και ήφερε τον πρεβεδούρον της Κεφαλονίας..», «Μαγιού 7, ήρθε ένα καράβι από τη Βενετία για 18 ημέρες και είπε πως έφερε σολτάδους και παξιμάδι στους Κορφούς..»
Στη συνέχεια, ομάδες ποπολάρων κατέβηκαν στη χώρα με «πολύ θυμό και σκληροσύνη» κι απειλούσαν να σκοτώσουν τ’ αρχοντολόι του τόπου και να κάψουν τα σπίτια· ο Σουμάκης υπολογίζει «ως τριακόσιους» τους άρχοντες του νησιού, ενώ κάνει λόγο για μεγάλο πλήθος λαού («δια την πολύτηταν»), που φόβιζε και τρομοκρατούσε τους άρχοντες· αυτοί υπέμεναν «με το στανιόν» τις απειλές και τις «ατζιποσύνες» των ποπολάρων, λόγω της δύναμης τους, κι έλπιζαν πάντα να παρέμβει η βενετική διοίκηση υπέρ τους. Ο πρεβεδούρος, βλέποντας κι αυτός «την άπρεπην τάξιν του λαού», θύμωσε κι έλεγε «να γράψει εις σε ενάντιό τους εις τη Βενετία δια να παιδευθούν κατά πολλά, ως τους πρέπει.»2015-09-03_131700
Ο Σουμάκης αναφέρει ακόμη τους επικεφαλής, τους αντιπροσώπους του λαού («κουμέσους), οι οποίοι φαίνεται ότι ψηφιστήκαν από τους ποπολάρους:
«Και εις τούτον τον καιρόν ελογιάσανε να ψηφίσουνε και τέσσερους κουμέσους του λαού από τους πρώτους τους, οι οποίοι να ήνε χρεώσταις να γυρεύουν τα δικαιώματά τους, και ετούτο οι ίδιοι ανάγκαζαν να τους κάμουν δια να τους τρώνε διότι είχανε περίσσιο διάφορο αντάμος με τους καπουριόνους από όλον τον λαόν.»
Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν ένας έμπορος, τρεις τσαγκάρηδες, κι ένας γεωργός· τα επαγγέλματα των υπόλοιπων δεν αναφέρονται:
 «Οι οποίοι ήταν ο Γεώργιος Χριστόδουλος Χιόνης Κορφιάτης, αμή κατοικούμενος εις την Ζάκυνθο, Τζάνες Ρούσσος πραγματευτής, και Μάρκος Πιανίν. Τούτος ήτον Φράγκος, διότι και ο πατέρας ήταν και εκείνος Φράγκος και ξένος και εις την Ζάκυνθο επαιδεύτη. Και καπουριόνοι ήτον, οπού εσέρναν τον λαόν εις το κακό, εναντίον των αρχόντων, διότι με τον τρόπο ετούτο ευρίσκανε να διαφορένουνε με ταις πλάταις των πολλώνε, και με τούτο πολλοί να κάνουν το παλλικάρι με λόγια άπρεπα και σκανδαλοποιά, και δια τούτο τους απάντα να κρατούν τον λαόν συγχισμένον. Και ήτον πρώτος μεν ο Γιάννης ο Βοτάνης, Ανδρέας και Πιέρος αδελφοί Δροσίδαις, λεγόμενοι Σπυρίδαις, διότι τον πατέρα τους τον έλεγαν Σπυρί, και αν δεν τους ειπούν το Σπυρί δεν τους βρίσκουν. Η τέχνη τους είνε τσαγγάριδες, και ο Βοτάνης είνε γεωργός. Νικολέτος Αμπράμος ράφτης και Χριστόδουλος Τζίμας, λεγόμενος Κουτζομύτης, τσαγγάρης και κακόγλωσσος, οπού δια την κακήν και αναθεματισμένην του γλώσσα του έκοψαν την μύτην δια να γνωρίζεται.»

Τα Ελληνικά Ανέκδοτα που εξέδωσε το 1867 ο Κωνσταντίνος Σάθας
Τα Ελληνικά Ανέκδοτα που εξέδωσε το 1867 ο Κωνσταντίνος Σάθας

Εκτός ίσως από τον Τζίμα, οι υπόλοιποι ήταν «καλοί στα άρματα»· ο Τζίμας φαίνεται ότι διέπρεπε στις ομιλίες και περιγράφεται με τα χειρότερα λόγια:
«Αγκαλά και δεν ήτον καλός εις τα άρματα, ωσάν και τους άλλους, εβοήθα με την γλώσσαν του την φαρμακερήν και άπρεπη, τον οποίον η χώρα όλη τον εκράτειε δια κακόγλωσσον κατά πολλά. Ετούτος ήταν το άγιον του διαβόλου, και εδασκάλευε τους ποπολάρους καθημερινώς, ωσάν ο δάσκαλος τα παιδιά εις το σκολιό, εναντίον των αρχόντων, εις τρόπον οπού τους επαρακίνα να κάμουν περισσότερα σκάνδαλα από το ότι είχανε όρεξι. Αγάπα περίσσια να βλέπη ανακατώματα, σύγχυσαις και συμφοραίς εις την χώρα, διότι τότε εκείνος εχαιρότουνα κατά πολλά. Εμοίαζε όμοια του Τιμώνου του Αθηναίου εις την αναθεματισμένην φύσιν, ο οποίος, ήτον εχθρός της ανθρώπινης φύσεως, και οπότε αγροίκα σκάνδαλα και σύγχυσαις και βάσανα εις την χώρα, τότες έστεκε χαρούμενος και με καλήν καρδίαν. Την ομοίαν φύσιν είχε και ετούτος ο αναθεματισμένος και τρισκατάρατος, τα πλέον κακά παρά από τους άλλους. Και εφέρνανε τους άρχοντας εις ένα τρόπο, ότι εστέκανε τιμωρισμένοι χειρότερα από τους Εβραίους, και δεν ετρόμασαν να ειπούν τίποτις, στέκοντας με μεγάλην ταπεινοσύνην και τιμωρίαν, διατί δεν ήτον δικαιοσύνη εις αυτούς, δια τούτο έβριζαν και έπαψαν μετ’ εμάς.»

Η Ζάκυνθος, 19ος αιώνας
Η Ζάκυνθος, 19ος αιώνας

Τον καιρό εκείνο βρέθηκε στη Ζάκυνθο ο κομισάριος «εκλαμπρότατος αυθέντης» Αντώνιος Τζιβράς, «για να μαζώξη τα χρέγια τα αφεντικά»· απορώντας κι αυτός για τη στάση των ποπολάρων («εθαυμαζότουνα περίσσια»), έλεγε πως, αν είχε την εξουσία την ώρα εκείνη «ήξευρε τι ήταν πρεπούμενο να κάνει εις αυτούς δια ταις άπρεπαις αντάραις όπου έκαμαν.» Ο πρεβεδούρος δεν έγραψε τελικά στη Βενετία, αν και η απειλή ήταν πολύ σοβαρή κι «ο λαός εφοβήθηκε». Αυτή τη στιγμή ακριβώς, οι ποπολάροι αποφασίζουν να δωροδοκήσουν ανοιχτά τον πρεβεδούρο, προκειμένου να μην καταγγείλει επισήμως τα γεγονότα στη Σύγκλητο και να ρίξει τα βάρη («το κατάβαρο») στη μερίδα των αρχόντων· σύμφωνα πάντα με τον Σουμάκη, οι ποπολάροι ήθελαν να γλιτώσουν και την τιμωρία («την παίδευσιν») που θα επέβαλε πιθανότατα η ανώτατη βενετική αρχή. Συγκέντρωσαν λοιπόν μεταξύ τους αρκετά λεφτά («τορνέσια περισσά») για τη δωροδοκία του πρεβεδούρου και της γυναίκας του («τζη πρεβεδούρας»), «διά ναν την τραβήξουν εις τα θελήματά τους, και να καταπραύνουν την οργήν του εναντίον τους και να εύρουν γιάτρευμα εις τα φθαισίματά τους, και εναντίον των αρχόντων να γυρίση…». Από τα χρήματα αυτά πήραν μια «καλή σούμα» και «οι καπουριόνοι», άνθρωποι κοντά στον πρεβεδούρο. Στην αρχή, ο προβλεπτής δεν ήθελε να πάρει τα χρήματα («τέτοιαν γνώμην δεν την είχεν») αλλά η γυναίκα του, «οπού τον ώριζε, τον εσυμπίεσε», διότι της χάρισαν κι αυτηνής 500 ρεάλια, χώρια τα χίλια που έδωσαν στον σύζυγό της. Ο Σουμάκης γράφει πολύ παραστατικά: «…ως έκαμε η Εύα με τον Αδάμ κι έφαγε το ξύλο της Παραδείσου εναντίον της θελήσεως του θεού, αμή ύστερα το μετάνιωσε ο Αδάμ· εις τέτοιον τρόπον το έπαθε και ο πρεβεδούρος ετούτος με την γυναίκα του, ο οποίος διά την λαιμαργίαν ετούτην επήγε κακήν κακού και απόθανε στη Βενετία από το φαρμάκι του, εις το Πρεζεντάδο όπου ευρισκότουνα δια την υπόθεση ετούτην εις μίαν φυλακήν.» Εκατό ρεάλια έλαβε και κάποιος καπετάνιος Γερόλυμος, άνθρωπος «του σπιτιού», που «ο λόγος του επέρνα κατά πολλά εις τον αφέντην», κι «εγύρισε παρευθύς με το λαό.»
Με τέτοιες δωροδοκίες («τα δόσια ετούτα»), ο πρεβεδούρος στράφηκε τελικά εναντίον των αρχόντων· οι τελευταίοι έμειναν με την απορία και την πίκρα: «…το εθαυμαχτήκανε και το επικραθήκανε βλέποντας την αμετρίαν του και την αγνωσύνη του αυτού πρεβεδούρου»· όταν έμαθαν τι είχε συμβεί, το συμβούλεψαν ν’ αφήσει τους «κακούς κι άπρεπους λογισμούς», αλλά εκείνος, μοιραία, δεν τους άκουσε, «διότι του εκακοφαίνετο να στρέψη τα άσπρα οπίσω, τα οποία τον εξεκούμπησαν και του επήραν την τιμή του…». Κατόπιν, οι άρχοντες προσέτρεξαν στον «άνωθεν αφέντη Τζιβράν» για να βρούν «δικαιοσύνη»: αν ο πρεβεδούρος έγραφε στη Βενετία εναντίον τους και «εισέ βοήθεια του λαού», να μπει ο ίδιος μάρτυρας για τα γεγονότα, «ως εκείνος που είδε τα πάντα όλα.»· του πρότειναν ακόμη να μπει και ως «κριτής» στην υπόθεση.
Κι ενώ η έχθρα και οι απειλές συνεχίζονταν, οι ποπολάροι βρήκαν «μια μέθοδον και αβανίαν [σ.σ.= συκοφαντία, κατηγορία, απάτη] εναντίον των αρχόντων: έλεγαν πως ένας άρχοντας, ο σινιόρ Γιούλος ο Πανάρετος, μπήκε στο σπίτι μιας φτωχής γυναίκας και «επροσπάθησε να κάμει με δαύτηνε με δυναστικό τρόπον, εναντίον της θελήσεως της.»· ο Πανάρετος συνελήφθη και κλείστηκε στο κάτεργο, όμως, μετά από λίγο καιρό αποφυλακίστηκε, καθώς «ελυτρώθη από την αβανίαν, γνωρίζοντας τον η δικαιοσύνη άφταιστον, και φανερά εγνωρίσθη πως ήταν αδικημένος.». Κατά τον Σουμάκη, ο οποίος σημειωτέον ανήκει στους «άρχοντες», η συγκεκριμένη γυναίκα, Κρητικιά και σύζυγος ενός φτωχού, ήτανε «και προτήτερα αμαρτωλή»· ακόμα λοιπόν κι αν ήταν «αληθινό» το παράπτωμα του Πανάρετου, οι ποπολάροι το χρησιμοποίησαν γιατί δεν βρήκαν κάτι άλλο να τους κατηγορήσουν.

Οι κάτοικοι των Επτανήσων χωρίζονται γενικά σε τρεις τάξεις: τους ευγενείς (nobili), στους αστούς (civili) και το λαό (poporali). Μόνο οι ευγενείς ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο (libro d’oro) και είχαν πολιτικά δικαιώματα.

Οι κάτοικοι των Επτανήσων χωρίζονται γενικά σε τρεις τάξεις: τους ευγενείς (nobili), στους αστούς (civili) και το λαό (poporali). Μόνο οι ευγενείς ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο (libro d’oro) και είχαν πολιτικά δικαιώματα.
Το ρεμπελιό των ποπολάρων θα τελειώσει με την παρέμβαση της κεντρικής βενετικής διοίκησης στο νησί. Στο κείμενο του Σουμάκη περιγράφονται και άλλα επεισόδια, δεν αναφέρονται όμως εκτελέσεις εξεγερμένων ή μαζικές διώξεις και καταστροφές. Οι πρωταίτιοι που αναφέρθηκαν εξορίστηκαν από το νησί και φυλακίστηκαν αλλά δεν εκτελέστηκαν, πιθανόν επειδή υπήρχε φόβος γενικής λαϊκής εξέγερσης και σφαγής των «αρχόντων» ή «αστών»· οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν, ενώ καταστράφηκαν τα σπίτια και τα υποστατικά τους· οι ποπολάροι φαίνεται ακόμη ότι απέκτησαν προσωρινά κάποιες προσβάσεις στη βενετική αρχή και κατάφεραν να πετύχουν ορισμένα προνόμια και προσόδους· οι λεγόμενοι «ευγενείς», μια σχεδόν κληρονομική αριστοκρατία ξένων και ντόπιων Ελλήνων, θα διατηρήσουν για κάμποσο καιρό τα προνόμιά τους, ωστόσο η κατάσταση θα συνεχίσει να είναι επισφαλής. Οι επικεφαλής της εξέγερσης θα επιστρέψουν τελικά στη Ζάκυνθο, φτωχοί και ταπεινωμένοι, εκτός από τον Βοτάνη, που πέθανε στη φυλακή. Αν και δεν τόλμησαν να τους εκτελέσουν, οι καιροί έχουν αλλάξει, χωρίς όμως να εκλείψει εντελώς η «ταξική» έχθρα ανάμεσα στο λαό και τους άρχοντες:
«Και πάλε μέσα καιρόν αφόντις εσταθήκανε και επήρανε θάρρος εματάρχισαν πάλιν τα καμώματά τους τα απερασμένα, διότι δύσκολον ήτον η κακή τους γνώμη να επιστράφη εις καλοσύνη, και όχι όλοι τους, διότι ο Νικόλαος Άμπραμος μόνον εταπείνοζε κατά πολλά και επέρνα με περίσσιον αγαθότητα και ειρήνην, διότι ήταν και πλέον εκκλησιαστικός και φοβόθεος από τους άλλους, και εις ταις γνώμαις καλλίτερος πολλά, και η πτώχεια ήγουν η ανημπόρια εκράτειε των αλλωνών την κακογνωμίαν τιμωραμένην, και δεν έκαναν ωσάν πρώτα, διότι είχαν τον φόβον της δικαιοσύνης, αλλέως ήθελον κάμει χειρότερα τα μαθημένα τους. Μολοντούτο δεν έλειπε να δείξουν μέρος από την κακοσύνην τους, και από τότε και εδώ έχθρα δεν έλειπε, και είνε πάντα ανάμεσα τους άρχοντες και ποπολάρων.»
Η παλιά Ζάκυνθος
Η παλιά Ζάκυνθος
.........................................................................................................................................................
Ενδεικτική βιβλιογραφία και πηγές
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., 1974
http://www.kpezakyn.gr/
http://exalapaxas.blogspot.gr/2011/03/19-1821_25.html

                                                                                                          Πηγή: eranistis.net