Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Η Γενοκτονία των Ποντίων: Η δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του 20ου αώνα...

ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ

 Η γενοκτονία των Ποντίων ( 1916 – 1923 ) με 353.000 νεκρούς αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας.
Το Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923. Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη. Γιατί η ήττα του 1922, η «νέα τάξη πραγμάτων» που επικράτησε τότε, με την απόλυτη συνενοχή ολόκληρου του ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου, περιόρισαν ουσιαστικά όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια του ελληνισμού αλλά και τα διανοητικά.
Ο περιορισμός των πνευματικών νεοελληνικών οριζόντων είχε άμεση αντανάκλαση στη ελλειματική ιστορική μνήμη των σύγχρονων Ελλήνων.
Τι εννούμε με τον όρο «γενοκτονία» ;
Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. 
Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. 
Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία; 
Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ( 1461 ) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.
Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαριθεί σε τρεις περιόδους.
  • Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου.
  • Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται με τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών.
  • Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774.

Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανώντους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.
Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.
Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).
Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο » Ένωση και Πρόοδος» ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.
Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές. 
Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.
Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου. 
Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.
Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: «Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’; αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα … «
Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολίσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.
Το τελικό πλήγμα. 
Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.

 
Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. 
Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.
Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.
Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.
Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων.
Η μοίρα αυτή απετράπη με ένα εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο: με τις; γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν και με τη βίαιη τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι, που συνέχισαν να παραμένουν στην τουρκική, πλέον, επικράτεια.
Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Ακολουθεί μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που έζησε τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.
Ένα χωριό των Κοτυώρων
Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδοσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:
«Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος… Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει… Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι’ οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.
Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.
Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι’ έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπεδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την «πατριωτική» του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.
Η πυρπόληση
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι’ άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.
Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.
Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.
Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κράυγαζαν «μάνα, μανίτσα!». Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι’ ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν».



Μαρτυρίες Σοβιετικών
Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση.
Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους. Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά τωνελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.
O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: «Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο… Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι’ αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του… Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου». Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Οταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους.
Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακήρυσσε: «… oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα». Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.
Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: «…όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ’ όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή.»
Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, «βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες». Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.
Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: «Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου…» Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις «επισημάνσεις» του Φρούνζε: «Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα «Ποντιακό κράτος» στην Τουρκία…»
Ο Φρούνζε στο βιβλίο του «Αναμνήσεις από την Τουρκία» γράφει: «Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ’ ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωταίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου.»
Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922 – τη σφαγή των Ελλήνων. Κι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες ακρότητες του πολέμου. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.
Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μεινοτήτων της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922.


                               Πηγή:  http://us.geocities.com/pontos1923/pages/genoktonia.html. 

Εξαιρετική προσέγγιση στο θέμα από την πάντοτε εύστοχη και κοντά στις ιστορικές πηγές "Μηχανή του Χρόνου"...

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Το έργο και ο δημιουργός: δύο αυτόνομοι δρόμοι...



Το έργο και ο δημιουργός: δύο αυτόνομοι δρόμοι, Θάνος Μικρούτσικος

 

Γράφει ο Θάνος Μικρούτσικος  

Υπάρχει στη δημόσια σφαίρα μια μεγάλη συζήτηση για τον ρόλο του δημιουργού, του καλλιτέχνη, του διανοούμενου στις σημερινές συνθήκες βαρβαρότητας που ζούμε όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς. Εδώ και πολλά χρόνια, αλλά ειδικά τώρα, στην εποχή της Μεγάλης Κρίσης, επικρατεί ένας πολιτισμικός ιμπεριαλισμός που αποικιοποιεί τις εθνικές κουλτούρες, κονιορτοποιεί τις πολιτισμικές ετερότητες και καθαγιάζει την ηγεμονία της αγοράς σε όλες τις θεσμικές εκφάνσεις του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου.
Εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζω τη θέση για την πλήρη αυτονομία του έργου τέχνης. Δημιουργός και έργο δεν είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένοι. Πολλές φορές, μάλιστα, το έργο ακολουθεί ανάστροφη πορεία και λειτουργία σε σχέση με τις προσωπικές προθέσεις και ιδεολογικές επιλογές του ίδιου του δημιουργού. Ο δημιουργός –έχει αποδειχθεί ιστορικά– μπορεί να είναι είτε αντιδραστικός πολιτικά, είτε αντιδραστικός ως άτομο.
Το παραγόμενο έργο του, όμως, μπορεί να είναι μεγαλοφυές. Παραδείγματα: ο Μπαλζάκ, άνευ συζητήσεως. Μάλιστα, ο Μαρξ είχε επισημάνει την περίπτωση Μπαλζάκ. Στην εποχή του, ενώ υπήρχε η ανερχόμενη αστική τάξη, ο Μπαλζάκ, με καταγωγή αριστοκρατική, υποστήριζε το παλαιό καθεστώς. Ήταν αυτός, όμως, που εξέφρασε ριζοσπαστικά τη μεγάλη “τοιχογραφία” της εποχής του.
Στον 20ο αιώνα, το μέγα παράδειγμα είναι ο Έζρα Πάουντ. Ο  Έζρα Πάουντ, από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα, υπήρξε εκφωνητής στον ραδιοφωνικό σταθμό της Ρώμης του Μπενίτο Μουσολίνι. Συνελήφθη από τα αμερικάνικα στρατεύματα, αλλά μετά από παρέμβαση του Τόμας Έλιοτ, δεν τον δίκασαν. Τον έκλεισαν σε ψυχιατρείο.
Τρίτο παράδειγμα είναι ο Στράους. Δεν υπήρχε πρεμιέρα δική του, στην οποία να μην πάει ο Χίτλερ. Όμως, η “Σαλώμη” του Στράους, που γράφτηκε το 1905, είναι για μένα αλλά και για πολλούς άλλους, μία από τις κορυφαίες όπερες του 20ου αιώνα. Θα προσέθετα το αγαπημένο παιδί του Χίτλερ, τον Φον Κάραγιαν, έναν από τους μεγαλύτερους μαέστρους όλων των εποχών. Θα σημείωνα, επίσης, τον αναμφισβήτητα μεγάλο πεζογράφο Σελίν, ο οποίος υπερθεμάτιζε όσον αφορά τους θαλάμους αερίων των Ναζί στο δικαστήριο που έγινε αρκετά χρόνια μετά τον πόλεμο και αμετανόητος εξαπέλυε μύδρους εναντίον των Εβραίων.

Το ά-χρονο και το ά-τοπο

Κι εδώ στην πατρίδα μας έχουμε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σεφέρης, δεν ήταν μόνο ο πρέσβης της Ελλάδος στο Λονδίνο –αυτό θα μπορούσε κανείς να πει πώς ήταν τιμητικό. Συμμετείχε ενεργά στις συμφωνίες του 1959 με τα καταστροφικά αποτελέσματα για την Κύπρο. Αλλά ένα άλλο στοιχείο που είναι εντυπωσιακό είναι αυτό που γράφει στο “Ημερολόγιο Καταστρώματος” (Γενάρης του ’45).
Εκεί, κάνοντας μια βόλτα στην οδό Αθηνάς, εκφράζει με τον όρο «τι χυδαιότητα» την απέχθειά του προς αυτούς (δηλαδή τους κομμουνιστές) που τα είχαν κάνει λίμπα στην Ομόνοια, αναφερόμενος σε κούκλες από καταστήματα υφασμάτων που κείτονταν ξεκοιλιασμένες στο δρόμο. Την ίδια περίοδο δεκάδες αριστεροί σκοτώθηκαν στην πλατεία Συντάγματος από τις σφαίρες των Εγγλέζων που χτυπούσαν από το Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, ανατρέποντας έτσι τη ροή των πολιτικών εξελίξεων. Παρά ταύτα ο Σεφέρης είναι και παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές όλων των εποχών.
Άρα η ιστορία διδάσκει ότι μπορεί να υπάρξει διάσταση έως και χάσμα μεταξύ του έργου και των ιδεών του καλλιτέχνη. Η αξία ενός έργου τέχνης προσδιορίζεται αυτή καθεαυτή με τους δικούς του όρους. Η υπεράσπιση της ποίησης πρέπει να γίνεται μέσα από τη γλώσσα της ποίησης. Η υπεράσπιση της μουσικής μέσα από τη μουσική φόρμα, ενώ η αναζήτηση των μεγάλων έργων προσδιορίζεται κυρίως από δύο στοιχεία.
Ο Ρίτσος για παράδειγμα στα έργα της Τετάρτης Διάστασης (Σονάτα του Σεληνόφωτος, Ελένη, Φιλοκτήτης, Ορέστης κ.α) συνδυάζει αυτά τα δύο καίρια στοιχεία:
  • Πρώτον, το ουμανιστικό στοιχείο. Το ότι δηλαδή προτάσσει ένα παγκόσμιο πρότυπο ανθρώπου, ενώ ταυτόχρονα είναι απολύτως πρωτότυπος. Πρέπει να πας πίσω στους Έλληνες τραγικούς για να βρεις τους συγγενείς του.
  • Δεύτερον, το ά-χρονο και το ά-τοπο. Για παράδειγμα, μπορείς να φανταστείς την Κυρία στη “Σονάτα του Σεληνόφωτος” μια αστή στη δεκαετία του ’50 σ’ ένα νεοκλασικό στα Πατήσια, όπως γράφει ο ίδιος. Κι όμως εγώ τη συνάντησα το 2005 στο Παρίσι. Και ποιος ξέρει αν δεν τη συναντήσει και ο γιος μου το 2055 στο Βερολίνο.
Με άλλα λόγια η ποίηση του  Γιάννη Ρίτσου έχει τα στοιχεία του μη χρονικά και τοπικά προσδιορισμένου. Κατά τη γνώμη μου εκεί έγκειται και το μεγαλείο της ποίησης του Καβάφη. Τα μεγάλα έργα τέχνης διαστέλλουν το χρόνο και καταργούν τον τόπο...

                                                                                                                         
                                                                                                                              Πηγή: slpress.gr

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Κυριακάτικο σινεμά:"Το φιλί του θανάτου"(1947)

Αποτέλεσμα εικόνας για ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ 1947


Ένα φιλμ μυστηρίου είναι η πρόταση για το σημερινό "Κυριακάτικο σινεμά". Πρόκειται για τη βρετανική ταινία "Το φιλί του θανάτου"παραγωγής1947.Με τους Victor Mature, Brian Donlevi, Coleen Gray, Richard Widmark. Λίγα λόγια για τηην υπόθεση: Ο μικροκακοποιός Νικ Μπιάνκο συλλαμβάνεται κι επειδή αρνείται να καταδώσει τους συνεργάτες του πηγαίνει φυλακή. Το μόνο που επιμένει είναι πως θέλει η γυναίκα του και το παιδί του να είναι ασφαλή. Μαθαίνοντας, όμως, πως η σύζυγος του αυτοκτόνησε, καρφώνει τον φίλο του και παίρνει αναστολή. Θα παντρευτεί ξανά και θα αρχίσει να έχει την ευτυχισμένη ζωή που δεν είχε, ως τη στιγμή που ο φίλος του βγαίνει από τη φυλακή με πάθος για εκδίκηση.







ΚΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ!


Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Το πρώτο διήγημα του Εμμανουήλ Κριαρά...

Το πρώτο διήγημα του Μανώλη Κριαρά: Ενενήντα τέσσερα χρόνια μετά...


 Αποτέλεσμα εικόνας για εμμανουήλ κριαράσ

Αποτέλεσμα εικόνας για εμμανουήλ κριαράς

«[…] Είσαι ο µόνος, είσ’ ο ασύγκριτος,
είσαι ο χωριστός,
στα µεγάλα τα πετάµατα όλο υψώνει σε
και είν’ ο νους σου χρυσαϊτός·
και η ζωή σου µε τις έγνοιες
είναι σαν τα παιγνιδίσµατα
του ήλιου µε τα σύγνεφα· […]».
 ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, "Ο Δωδεκάλογος του γύφτου", (Λόγος Β', Δουλευτής)

Στην έρευνά μας για τα νεανικά-μαθητικά έντυπα στην Κρήτη από την περίοδο της Αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καταγεγραμμένα ή μη και φτάνοντας στη δεκαετία 1920-1930, ανασύραμε το νεανικό - λογοτεχνικό περιοδικό «Αυγερινός» που εμφανίστηκε στα Χανιά τον Αύγουστο του 1924 και ο οποίος κυκλοφόρησε μέχρι τον Φλεβάρη του 1926, εκδίδοντας συνολικά 14 τεύχη. Τότε, τον Απρίλη του 1924, φερέλπιδες νέοι των Χανίων με πνευματικές και λογοτεχνικές ανησυχίες, που συγκροτούσαν τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο», αποφάσισαν να εκδώσουν τον «Αυγερινό» (1). Υπεύθυνος -«εισηγητής επί της ύλης» του περιοδικού ήταν ο 18χρονος, τελειόφοιτος μαθητής του εξαταξίου, τότε, Γυμνασίου, Μανώλης Κριαράς, ο μετέπειτα κορυφαίος δημοτικιστής, καθηγητής Πανεπιστημίου με το μνημειώδες έργο και λάτρης του Παλαμά, ο οποίος στα τρία πρώτα τεύχη δημοσίευσε σε συνέχειες το διήγημά του «Τέτοια ζωή!...». Είναι πολύ πιθανόν να είναι το πρώτο του διήγημα που είδε το φως της δημοσιότητας. Ίσως υπάρχουν κι άλλα της νιότης αδημοσίευτα. Ο ίδιος, στην αυτοβιογραφία του (2) αναφέρει ότι ο καθηγητής του στο γυμνάσιο, φιλόλογος Ιωάννης Μοσχόπουλος που είχε έρθει από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, ο οποίος τον μύησε στη λογοτεχνία, επαινούσε τις εκθέσεις του και γράφει:«[…] Όταν αργότερα έμαθε (ο Μοσχόπουλος) ότι γράφω και …διηγήματα, στη δημοτική πια, ζήτησε να του τα δώσω να τα κοιτάξει. Δεν το τόλμησα […]».
Σ’ αυτό το πρώτο του διήγημα, ο νεαρός Κριαράς επιβεβαιώνει την κρίση των δασκάλων του ότι «κατέχει πολύ καλά τη γλώσσα». Αποτυπώνει με επιτυχία στον καμβά του την εκτεταμένη φτώχεια των λαϊκών στρωμάτων, την κοινωνική αδικία, τις ταξικές ανισότητες και όλη την περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα. Κεντά με τέχνη τους χαρακτήρες των ηρώων του και τους ίδιους τους τοποθετεί κατάλληλα στο χώρο και στο χρόνο.
Τα παραπάνω δεν είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής φαντασίας ενός νέου, αλλά πατούν στέρεα πάνω στο έδαφος της άθλιας για το λαό κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας της Ελλάδας και της Κρήτης των αρχών του 20ου αιώνα. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Εθνικός Διχασμός, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η αποτυχημένη, επαίσχυντη «εκστρατεία» της Ελλάδας στη Σοβιετική Ουκρανία, η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή και η έλευση περισσότερων του ενός εκατομμυρίου προσφύγων, είναι τα κορυφαία γεγονότα μεταξύ του 1910 και των αρχών της δεκαετίας του 1920.
Τα δάνεια από τους συμμάχους, οι βαριές φορολογίες, ο πληθωρισμός, η μεγάλη πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, με αποκορύφωμα το 1922 με ένα μέτρο απελπισίας, τη διχοτόμηση των χαρτονομισμάτων όπου «…το μισό θεωρήθηκε αναγκαστικό δάνειο, ενώ το άλλο μισό συνέχισε να κυκλοφορεί στο ήμισυ της ονομαστικής του αξίας» (3), έπληξαν τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα τα οποία ζούσαν μέσα στη φτώχεια και τη δυστυχία. «[…]Τα εργατικά στρώματα θα θεωρηθούν ως δυνάμει απειλή του κοινωνικού καθεστώτος και ως δυνητικοί εχθροί του κράτους […]». (4)
Εξάλλου, ο ίδιος ο Κριαράς ως έφηβος, είχε ανάλογα οικογενειακά και προσωπικά βιώματα. Γράφει: «[…] Επειδή τα οικονομικά της οικογένειας το απαιτούσαν, πρόθυμα αναλαμβάνω από το καλοκαίρι του 1918 (Α΄ Γυμνασίου) εργασία σε συμβολαιογραφείο των Χανίων για να συμβάλω, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, στα οικονομικά της οικογένειας. Την εργασία μου σε συμβολαιογραφείο θα την εξακολουθήσω κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων της φοίτησής μου στο γυμνάσιο ακόμη και το πρώτο καλοκαίρι μετά την εγγραφή μου στο αθηναϊκό πανεπιστήμιο […]». Τα βιώματα αυτά, ταυτόχρονα με τα διαβάσματά του, τον οδήγησαν να κατανοήσει, να συνειδητοποιήσει και να καθορίσει, κατά κάποιο τρόπο πολύ νωρίς, με ωριμότητα, τη θέση και τη στάση του απέναντι στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Θέση και στάση ενός προοδευτικού με σοσιαλιστικές τάσεις νέου, απόλυτα ρεαλιστική, η οποία καταγράφεται προς στο τέλος του διηγήματος με τη φράση: «… Θά ρχότανε μως μιά μέρα. Θά ρχότανε μέ τόν καιρό, μα θά ρίμαζε στά κεφάλια τν μοιων του δέα τς σότητας, μα θά νοιώθανε ο ταλαίπωροι πώς χουν κι ατοί δικαιώματα στή ζωή, σάν τούς … λλους …».
Το διήγημα «Τέτοια ζωή!...» αποτελεί δείγμα γραφής ενός εφήβου που στις αρχές του εικοστού αιώνα μετουσίωσε σε πεζό λόγο τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του, όπως ένας άλλος θα μπορούσε να γράψει ποίηση ή ένας τρίτος να εκφραστεί με τις καλές τέχνες, το οποίο φέρνουμε στο φως ξανά μετά από ενενήντα τρία χρόνια για τους νέους των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα και όχι μόνο.

 *   Το κείμενο του διηγήματος που ακολουθεί, είναι πανομοιότυπο με το κείμενο του 1924 και οι εικόνες με μολύβι που το συνοδεύουν φιλοτεχνήθηκαν από τον Χανιώτη ζωγράφο - χαράκτη Γρηγόρη Νιόλη.
Σημειώσεις:
(1) Αρκετοί από τη μεγάλη συντροφιά των νέων του «Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου» και του «Αυγερινού», μεγαλώνοντας εξελίχθηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής του τόπου και της χώρας, που υπηρέτησαν την επιστήμη τους και τον ελληνικό λαό και κάποιοι έδωσαν τη ζωή τους για μια λεύτερη πατρίδα.
Εκτός από τον Μανώλη Κριαρά, αναφέρουμε ενδεικτικά:
α) Καψωμένος Στέλιος (1907-1978): Φιλόλογος - γλωσσολόγος, καθηγητής Α.Π.Θ, συμμαθητής και επιστήθιος φίλος του Κριαρά από το δημοτικό σχολείο.
β) Τωμαδάκης Νίκος (1907-1993): Φιλόλογος - βυζαντινολόγος, καθηγητής πανεπι-στημίου Αθηνών.
γ) Κτιστάκης Βαγγέλης (1908-1944): Διδάκτορας νομικών σπουδών στη Γερμανία, γραμματέας Κρήτης του ΚΚΕ και μεγαλομάρτυρας της Αντίστασης καθώς εκτελέστηκε με απάνθρωπο τρόπο από τους Γερμανούς κατακτητές στις φυλακές – κολαστήριο  της Αγυιάς στις 16 του Ιούνη 1944.
δ) Σπυριδάκης Γιώργος (1908-1980): Σπούδασε στη Γαλλία φιλοσοφία, έγραψε ποί-ηση, δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης και υπήρξε μορφωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι.
ε) Καλδής Πολυδεύκης (1908-2007): Δικηγόρος με σπουδές στο Παρίσι, αντικατέστησε τον Κριαρά στη διαχείριση του περιοδικού.
στ) Γκανή Ιούλιος: Από την εβραϊκή κοινότητα των Χανίων, φίλος του θεάτρου που στα χρόνια της Κατοχής μαζί με τους άλλους ομοεθνείς του θανατώθηκε στο Άουσβιτς στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί.
ζ) Κορνάρος Παναγιώτης (1908-1944): Δημοσιογράφος – φιλόλογος και αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ριζοσπάστης. Τον φυλάκισε ο δικτάτορας Μεταξάς την 4η Αυγούστου στο κάτεργο της Ακροναυπλίας όπου ήταν συγκρατούμενος του Δημήτρη Γληνού. Την Πρωτομαγιά του 1944 εκτελέστηκε μαζί με άλλους 200 πατριώτες κομμουνιστές από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
(2) Εμμ. Κριαράς, Μακράς ζωής αγωνίσματα, έκδ. «Οι φίλοι του περιοδικού ΑΝΤΙ», Αθήνα 2009.
(3) Κώστας Κωστής, Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας, Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος – 21ος αιώνας, σελ. 572-573, εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2013.
(4) Κώστας Κωστής, όπ. π. σελ. 580.
Σκίτσο του Γρηγόρη Νιόλη

ΤΕΤΟΙΑ ΖΩΗ!...
            Κατοικούσανε σ’ ἕνα παράμερο σοκάκι τῆς πόλης, σ’ ἕνα σπιτάκι μέ δύο κάμαρες. Κ’ ἧταν ὁλόκληρη φαμίλια: μάννα, δυό γιοί, μιά θυγατέρα κ’ ἕνα μωρό στήν κούνια. Τί: …Μωρό στήν κούνια: …Καλύτερα θἄλεγα ἄν ἕλεγα: μωρό πού θἄπρεπε νά βρίσκεται στήν κούνια. Ἄχ! Τό ταλαίπωρο! δέν εἶχε ποῦ νά γέρνῃ ἀναπαυτικά τό κεφαλάκι του καί νά κοιμᾶται! Μιά σανίδα μισοσπασμένη, τοποθετημένη ἀπάνω σέ δυό παμπάλαια στρίποδα κι ἀπάνω στή σανίδα μιά παλιοκουβέρτα γιά νά σκεπάζεται, ἦταν ὅλο κι ὅλο τό κρεββατάκι τοῦ μικροῦ.
Κ’ ἡ φτώχεια - Ἄ! τήν παντέρμη - εἶχε στήσει ἀπό χρόνια τώρα τό θρόνο της στό ταπεινό σπιτάκι. Θά πῆς: πῶς ζούσανε φτωχικά, μιά κ’ εἶχανε δυό γιούς καί μιά θυγατέρα, πού μπορούσανε νά δουλέψουν καί κάπως ν’ ἀνακουφίσουν τή δυστυχισμένη οἰκογένεια: … Κι ὅμως δέν ἧταν ἔτσι… .

Ὁ ἕνας γιός, ὁ μεγαλύτερος, εἶχε θυσιάσει στόν ἀχόρταγο βωμό τής πατρίδας τό δεξί του πόδι, ἀπ’ τό γόνατο καί κάτω· καί τώρα ὁ ταλαίπωρος - ράγιζε τοῦ καθενός τήν καρδιά ἡ θωριά του - περπατοῦσε ὁ δυστυχισμένος μέ δεκανίκια. Κι ἀκόμα, σά νά μή ἔφτανε αὐτό, εἶχε ψουνίσει ἀπ’ τόν παντέρμο τόν πόλεμο ἕνα δυνατό κρύο, πού ὕστερα, μή ἔχοντας αὐτός τά μέσα νά κοιταχτῇ καί νά γιατρευτῆ, τόνε γύρισε σέ περιπνευμονία … Κ’ ἡ κατάστασή του τώρα ἀνεκδιήγητη… Πλερώθηκε μέ τό παραπάνω γιά τίς ὑπηρεσίες του στήν πατρίδα … Κ’ ἔτσι δέ μπορούσε τώρα νά δουλέψη παρά τἄθελε ὅλα χαζίρικα.

Ὁ ἄλλος πάλι, μικρότερός του τέσσερα χρόνια, παιδευότανε στό σχολειό. Κυριολεχτικά παιδευότανε. Πήγαινε στήν προτελευταία τάξη τοῦ Γυμνασίου κ’ ἦταν ἕνας ἀπ’ τους καλύτερους μαθητές τῆς τάξης του, ἀποσπώντας κάθε τόσο καί τά δίκαια συγχαρητήρια τῶν καθηγητῶν του. Μά μέ τά λόγια, τά συγχαρητήρια ψωμί δέ βγαίνει…

Κι’ αὑτό ἦταν τό κακό. Ζοῦσε σέ οἰκογένεια πάμφτωχη, πού ἄν δέν κατόρθωνε τοὑλάχιστο αὐτός νά βγάζῃ κάμποσες ψωροδραχμοῦλες τό μήνα, δέ θά μποροῦσε νά ξακολουθήσῃ τίς σπουδές του. Πήγαινε λοιπόν, σάν παιδί γνωστικό καί φρόνιμο, τίς ὦρες πού δέν εἶχε μάθημα, ἀκόμα κι’ αὐτή τήν Κυριακή, τήν ἡμέρα τῆς γενικῆς ἀνάπαυσης, σ’ ἕνα ἰδιωτικό γραφεῖο, ἀπ’ ὅπου κάτι ἔβγαζε: τσιμποῦσε κάθε μήνα ἑκατο πενήντα ψωροδραχμοῦλες. –Αἴ τίς παντέρμες καί ποῦ νά πρωτοφτάσουνε, πήγαιναν καπνός! – Καί πολλές φορές ἡ αὐγή τόν ἔβρισκε σκυμμένο στά σχολικά βιβλία νά διαβάζῃ τά μαθήματα τής ἄλλης μέρας… Κ’ ὕστερ’ ἀπό τόσο καθαυτό μαρτύριο διακρινόταν κι ἀνάμεσα στούς συμμαθητές του.

Ἡ κόρη πάλι, ἴσαμε 15 χρονῶν, μόλις τό δημοτικό σχολειό μπόρεσε νά περάσῃ. Καί τώρα δούλευε σέ μιᾶς μοδίστρας, γιά νά μάθη τήν τέχνη κι ἔτσι νά βγάζῃ τό ψωμί της. Καί σάν τί λέτε νἄπαιρνε: Ὅλες - ὅλες τέσσερεις ψωροδραχμές τήν ἡμέρα. Βέβαια πολύ λίγο· μά μήπως μποροῦσε νά κάμῃ κι ἄλλοιῶς; Μποροῦσε νά βρῇ πουθενά καλύτερα;… Χειρότερα θἄβρισκε, μά καλύτερα ἀδύνατο.

Κ’ ἡ μάννα - Ὤ! τήν ἄμοιρη, τή δυστυχισμένη τή μάννα! - καθόταν στό σπίτι  λυπημένη, παραπονεμένη γιά τήν κατάσταση στήν ὁποία ἡ Μοῖρα εἶχε ρίξει ἄσπλαχνα τό σπιτικό της… Πολλές φορές τά μάτια της βουρκώνανε κ’ ἔτσι ξεθύμαινε στό κλᾶμμα. Σέ λίγο συλλογιζόταν κι’ ἔλεγε παραπονετικά: -Ὤ! Φτωχόκοσμε, τί ἀδικία σε δέρνει!... Ἄλλοι νἄχουν ὅλα τά καλά τοῦ κόσμου, νά χτίζουν βίλλες, ἁλάκαιρα παλάτια στίς ἐξοχές γιά τά καλοκαίρια τους, νἄχουν καί τίς κάσσες τους παραγεμισμένες μ’ ἀφάνταστες κι’ ἀναρίθμητες λίρες, καί σύ νά ψοφᾶς τής πείνας!… Τό τί θ’ ἀπογίνῃς κανείς δέν τό ξέρει…

Καί τήν ἔκοβαν πάλι τά κλάματα…

Χρόνος ὁλάκαιρος εἶχε περάσει ἀπό τότε.

Ὁ μεγάλος γιός εἶχε πεθάνει, ὁ μικρός τώρα ἐτελείωνε τό Γυμνάσιο κ’ ἡ κόρη πού εἶχε μάθει ὁπωσδήποτε την τέχνη ἔπαιρνε δουλειά στο σπίτι της κι ἐργαζότανε. Καί βέβαια ἱκανοποιότανε περισσότερο ἀπ’ ὅσο ὅταν πήγαινε στῆς μοδίστρας. Ὅσο γιά τό μωρό αὐτό εἶχε καιρό νά μεγαλώση.

Ἡ ταλαίπωρη ἡ μάννα μιά μικρή ἀνακούφιση εἶχε πάρει ἀπό τότε, πού ἡ κόρη της, ἡ Φρόσω, δούλευε γιά δικό της λογαριασμό στό σπίτι. Κι ὅμως πολλές φορές την ἄκουσαν νά λέῃ:

- Αἴ! τί νά περιμένη κανείς ἀπό τή Φρόσω: Πώς θά μᾶς δώκη νά φάμε ἕνα ἔρημο κορίτσι;:Θα φτωχοπερνοῦμε ῖσαμε νά βρεθῆ κανένας νά τή ζητήση γιά γάμο … Μ’ ἀπό κεῖ κ’ ὕστερα τί θά γίνουμε; Θά μπορέση ὁ κακόμοιρος ὁ Θάνος- ἔτσι λεγόταν ὁ δεύτερος γιός – νά μᾶς βοηθήσῃ λιγάκι;

Κ΄ ἡ μάννα συλλογιόταν τό γιό της, πού παρ’ ὅλη  τήν καλή του διάθεση, δέν εἶχε τά μέσα νά ἐξακολουθήση ἀνώτερες σπουδές. Και πόθος του ἦταν νά γραφτῇ στην Ἰατρική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου καί καθώς ἦταν ἐπιμελής θἄβγαινε μιά μέρα ἕνας καλός γιατρός κι ὄχι μόνο ἡ μάννα του στά ὑστερνά της θ’ ἀνακούφιζε καί θἄβρισκε κανένα καλό γαμπρό γιά τήν ἀδερφή του, παρά κι’ αὐτό τό μικρό παιδί θά μποροῦσε νά προστατέψη. Κι  ὅμως ὅλ’ αὐτά ἦταν ὄνειρα πού ποτέ δέ θά ἐπαλήθευαν…. Κι  αὐτή σκεπτόμενῃ ἡ ταλαίπωρη ἦταν νά σκάσῃ…

Ὡστόσο οἱ μέρες γοργά περνοῦσαν κ’ ἔφταξαν οἱ διαγωνισμοί τοῦ Θάνου. Βέ-  βαια σ’ αὐτούς ὁ Θάνος ἀρίστευσε ὅπως ὅλοι τό περιμένανε. Μά λυπημένος, καλά λυπημένος πῆρε ἀπ’ τά χέρια τοῦ Γυμνασιάρχη του, τό ἀπολυτήριό του. Ἔβλεπε πώς ἡ φτώχεια τοῦ κόβει τό μέλλον, ἡ φτώχεια τόν ἐμποδίζει νά βαδίσῃ στήν πρόοδο.

Τό δίπλωσε καί τὄβαλε σ’ ἕνα σερτάρι του.

Δέν ἤθελε μέ κανένα τρόπο νά τόν ρωτᾶ κανείς γιά τό σκολειό, γιά τό ἀπολυτήριο, γιατί τοῦ θύμιζε τήν ἄθλια κατάστασή του….

Κ’ ἡ μάννα του βλέποντάς τον τόσο στενοχωρεμένο, στενοχωριόταν κι  αὐτή άκόμα περισσότερο. Κ’ οἱ μέρες τρέχανε … Κι αὐτός τώρα μόλις μέ τετρακόσες δραχμές πληρωνόταν ἀπ’ τό ἰδιωτικό γραφεῖο.

Ὁ Σεπτέμβρης ἐν τῷ μεταξύ εἰχε φτάσει. Οἱ περισσότεροι ἀπ’ τούς συμμαθητές του, πού εἰχαν τά μέσα, ἔφυγαν γιά τήν Ἀθήνα, ὄχι τόσο ἀπό ζῆλο νά σπουδάσουν καί νά μορφωθοῦν, παρά νά γλεντίσουν κάμποσα παραδάκια τῶν γονιῶν των…

Πῶς θά τοῦ φαινόταν τώρ’ αὐτά τοῦ Θάνου; Νά βλέπει τόν τάδε ἤ τόν τάδε συμμαθητή του, ποὖταν τόσο κατώτερος στά μαθήματα ἀπ’ αὐτόνε, νά πηγαίνῃ στήν Ἀθήνα γιά νά σπουδάσῃ … τί γίνεται κεῖ … κι ὄχι καμμιά ἐπιστήμη! …

Κλειόταν, πολλές φορές, μέσα στήν κάμαρή του κι ἔκλαιγε πικρά. Ἡ μάννα τόνε μάλωνε πότε – πότε γι’ αὐτά του τά καμώματα. Μά πάλι κι αὐτή ἔβλεπε πώς εἶχε δίκιο καί τόν ἄφηνε… Εἶχε πάντα ἡ ταλαίπωρη, ὄχι τήν πεποίθηση, μά τήν ἰδέα πώς ἵσως νά βρεθῄ κανείς ἀπ’ τούς παραλῆδες συντοπίτες της ν’ ἀναλάβῃ να σπουδάσῃ τό Θάνο της, τόν ἀγαπημένο της γιούκα. Μά τοῦ κάκου περίμενε…  Καρδιές ἄσπλαχνες γύρω της, καρδιές ἄπληστες, ἀχόρταγες… Τοῦ κάκου πρόσμενε….

Καιρός νά κάνουμε ἕνα μικρό ταξιδάκι.

Στή Μῆλο ζοῦσε ἡ οἰκογένεια τοῦ συχωρεμένου τοῦ Γιάννη τοῦ Καβρούδη, ἐκεινοῦ τοῦ καλοῦ κι ἀξέχαστου ἀνθρώπου, ποῦ πνίγηκε –πάνε τώρα πέντε ἕξη χρόνια μέ τή βάρκα του μιά μέρα πού βγῆκε νά ψαρέψη ὄξω ἀπ’ τό λιμάνι.

Αἴ!  τόν κακόμοιρο! Ποια σκυλόψαρα τόν καταβροχθίσανε ἤ σέ ποιες ἔρμες ἀχτές τόν ξέρασε ἡ ἄσπλαχνη θάλασσα!...

Ἡ μάννα ξενόπλενε κ’ οἱ δυό της κόρες  ξενοδούλευαν κ’ ἔτσι ψευτοζοῦσαν. Γιό, στήριγμα κανένα δέν εἶχαν.

-Αἴ ! καί τί ἀξίζει ἕνας γιός στό σπίτι, κερά Βασιλικώ μου, συνήθιζε νά λέῃ σέ μιά της μπιστευτική γειτόνισσα ἡ Μαλάμω, ἡ χήρα τοῦ μακαρίτη τοῦ Γιάννη! Ἄν εἶχα γώ ἕνα γιούκα τώρα στα χρόνια τῆς Ἑλένης μου, ποιός στίς χάρες μου!!... Δέ θ’ ἀναγκαζόμουνα νά ζητιανεύω στοῦ τάδε ἤ τοῦ τάδε παλιοεμπόρου τό σπίτι, παρά θἄχα καί γώ τόν τρόπο μου, κερά Βασιλικώ!… Μά τί νά σοῦ κάμουν δυό κακόμοιρα θηλυκά!...

- Ὅπως τά στέλνει ὁ θεός… Προσκυνοῦμε τή χάρη του… Καί τά κορίτσια σου ἕνα καμάρι εἶναι νά τά βλέπῃς καλή μου Μαλάμω, ἀπαντοῦσε ἁπαλά καί χαϊδευτικά ἡ κερά Βασιλικώ.

- Τί νά κάνουμε, Βασιλικώ μου!... Δέν περνᾶ ἀπ’ τό χέρι μας…

Κ’ οἱ δυό καλές γειτόνισσες ἄρχιζαν μέ τό λίγο – λίγο τήν κουβέντα τους, ποὖχε κουράγιο νά βαστήξῃ κάμποση ὥρα· ἡ Μαλάμω νά παραπονιέται πῶς δέν ἕχει γιούκα κ’ ἡ  Βασιλική νά τήν καθησυχάζη, φέρνοντάς της, τὄνα μέ τ’ ἄλλο, παραδείγματα ἀγοριῶν, ποῦ βγῆκαν ἀνάποδα καί χαράμι στό καλό  πού εἶδαν ἀπ’ αύτά οἱ γονιοί τους.

Μά ἡ Μαλάμω γύριζε στό σπίτι πάντα παραπονεμένη. Ἔβρισκε τίς κόρες της· τρώγανε, μιλούσανε…

Κἄποτε μιλώντας μετά τό φαεῖ, ἔτσι γιά νά περνᾷ ἡ ὥρα, ἦρθε ἡ κουβέντα καί γιά τή Μαριγώ, τή μάννα τοῦ Θάνου – γιατί ἡ Μαριγώ ἦταν πρώτη ξαδέρφη τῆς Μαλάμως. Μιλούσανε γιά τή  δυστυχία πού ἔδερνε το σπιτικό τῆς ξαδέρφης της, μιά δυστυχία, πού καθώς εἴδαμε στ’ ἀντίκρυσμά της δάκρυζες….

Κι αὐτή τή δυστυχία τή μαθαίνανε ἀπ’ τά γράμματα τῆς καημένης τῆς Μαριγῶς, πού ἐρχόνταν συχνά – συχνά στό σπιτικό τῆς Μαλάμως καί ζωγράφιζαν τά τί ὑπόφερναν κι ἀκόμα … τίς  στενοχώριες τοῦ Θάνου. Ναί! Ἀλήθεια… Ὁ πρῶτος χρόνος πιά σβηνόταν ὕστερ’ ἀπ’ τό τελείωμα τῶν μαθημάτων του, χωρίς τίποτα, μά τίποτα, το παραμικρό νά κατορθώσῃ ὁ ἔρημος καί ἀπροστάτευτος Θᾶνος.

-Δέ γράφουμε, μάννα,  τῆς θειᾶς τῆς Μαριγῶς, νά κοπιάσῃ στό νησί μας, πού ἔτσι μαζί νά ζοῦμε καί νἄχουμε λιγώτερα ἔξοδα καί μεῖς καί κείνη ἡ φτωχή, πού ἔχει καί γιό γιά νά σπουδάσῃ, εἶπε κάποτε ἡ μεγάλη κόρη στη μητέρα της.

Ἀπ’ τό στόμα τῆς κόρης καί στό γράμμα τῆς Μαλάμως πού θἄστελνε στήν ξαδέρφη της. Τῆς ἔδειχνε πόσο καλύτερα θά περνοῦσαν μαζί καί τί χαρά θἄπαιρναν οἱ κόρες της βλέποντας τά ξαδέρφια τους.

Κ’ ἡ κυρά Μαριγώ, σάν ἔλαβε τό γράμμα σκέφτηκε τό πρᾶγμα πού ἔμελλε νά κάμῃ·  τό σκέφτηκε, τό ξανασκέφτηκε καί τέλος σάν ὁλότελα τό ἀπεφάσισε τὄπε καί στόν Θᾶνο – οἱ κόρες τὄξεραν ἀπό πολύ προτήτερα.

Τοῦ Θάνου στήν ἀρχή δέν τοῦ καλοφάνηκε. … Τί εἰρωνεία τῆς τύχης ἀλήθεια! …  Ἀπό κεῖ πού ἅρμοζε τώρα πιά νά πάῃ στήν Ἀθήνα, νά ξεπέσῃ ποῦ; Στή Μῆλο, σ’ ἕνα μικρούλικο νησάκι…

Ὕστερα ὅμως ἀπό κατοπινή σκέψη ἔβλεπε κι ἴδιος πώς ἦταν ἀδύνατο νά ἐκπληρωθοῦν τά ὄνειρά του καί τήν ἀνάγκη κάνοντας φιλοτιμία τ’ ἀπεφάσισε κι αὐτός τό ταξίδι….

Σε κάμποσες μέρες ἡ οἰκογένεια τοῦ Θάνου ταξίδευε, ἀφήνοντας πίσω στήν πατρίδα τά κόκκαλα γονιοῦ καί ἀδερφοῦ -  γιατί κι ὁ πατέρας χρόνια τώρα… πολλά χρόνια… εἶχε πεθάνει.

Οἱ ταξιδιῶτες φτάνανε στό νησί μέ τό μπάσιμο τοῦ χειμώνα. Ὀχτώβρης μήνας ἤτανε ὅταν ἀνταμωθηκανε οἱ δύο φτωχές φαμίλιες.

Μή ρωτᾷς τά καλωσωρίσματα, τίς χαρές, πού γίνανε κι ἀπ’ τή  μιά μεριά κι ἀπ’ τήν ἄλλη… Στό ἕνα σπιτικό στεγαζότανε τώρα δύο φαμίλιες… Σμίγανε δυό οἱκογένειες, πού στήν ἴδια κατάσταση βρίσκονταν· στόν ἴδιο δαίμονα δούλευαν· στή στέρηση…

Τί καλά ὅμως, ἀλήθεια, καί στή στέρηση καί στήν ἀφθονία νἄχῃ κανείς τό σύντροφό του! … λές καί λιγοστεύουν τά βάσανα, λές καί μικραίνουν οἱ στενοχώριες…

Οἱ μαννάδες καθισμένες ἡ μια κοντά στήν ἄλλη ξεμολογιόντανε καθεμιά τίς πί- κρες της καί τούς καημούς της κι ἀνακουφίζονταν λιγάκι…

Πές πώς ἀνακουφίζονταν … Γιατί κατά βάθος ἀπόμεναν κ’ οἱ δυό οἱ ἴδιες καί πάντα οἱ ἴδιες…

Ἡ Φρόσω, ἡ κόρη τῆς Μαριγῶς τήν ἴδια της δουλειά ξακολουθοῦσε καί δῶ στό νησί· ἔπαιρνε δουλειά στό σπίτι κ’ ἔραβε.

Κι ὁ Θᾶνος ὁ ἴδιος καί ἀπαράλλαχτος· πάντα μελαγχολικός, λυπημένος· πάντα κατσουφιασμένος, βαρυγομισμένος γι’ αὐτή τήν ἄτιμη ζωή. Τά μάτια του ἔκανε δέκα τέσσερα νά βρῇ κάπου δουλειά γιά νά τοῦ περνᾶ τό μεράκι πού τόν ἐβασάνιζε καί νά οἰκονομᾶται καί λίγο… Μά τοῦ κάκου· καιρό τώρα γιά δουλειά πάσκιζε, τοῦ κάκου δουλειά γύρευε… Ποῦ δουλειά; ;

Βασανίστηκε μέ τό παραπάνω του γιά νά πετύχῃ τίποτα …  Καί τί δουλειά; Δουλειά τιποτένια. Μπῆκε σ’ ἑνός μπακάλη γραμματικός…

Μά μήπως ἡσύχασε; Δέ βαρυέσαι… Ἀνήσυχες σκέψεις κάθε λίγο καί λιγάκι τόν ταράζανε· τόν βγάνανε ἀπ’ τήν ἰσορροπία του… Ἐμάντευε την  Ἀθήνα, τήν Ἀθήνα πεθυμοῦσε μ’ ὅλη του τήν καρδιά.

Βράδυ – βράδυ  κατά τό σούρουπο, πολλές φορές τραβοῦσε γιά τήν ἐρημιά.

Και κεῖ στο σκοτάδι πού σέ λίγο θά βασίλευε καί μπροστά στ’ ἄστρα, πού θά τρεμόσβηναν στόν οὐρανό, σάν κι αὐτά νά τόν περιγελοῦσαν, νά μιλήσῃ μέ τον ἑαυτό του - ὄχι μέ κανέναν ἄλλο -. Ἤθελε νά τόν ρωτήση… νά τοῦ ζητήσῃ μερικές ἐξηγήσεις… Ποιος ἦταν ὁ λόγος πού βρισκόταν ἀκόμα στή ζωή; Στήν τέτοια ζωή; Ποιός ὁ λόγος πού  βασανιζόταν ἀκόμα; Ποιόν εἶχε πειράξει κι ἔπρεπε γιά νά τιμωρηθῇ, να ὑποφέρῃ ὅσα ὑπόφερνε σ’ αὐτό τόν ἔρημο κόσμο;…

…Βέβαια κανένα δέν εἶχε ἀδικήσει, μά στά καλά καθούμενα πάθαινε, ὅ,τι πάθαινε. Κι ὅλα πού πάθαινε τά χρωστοῦσε στή  μοῖρα του, στή μοῖρα του τήν ἀπάνθρωπη πού τόν εἶχε ρίξει στή φτώχεια… Δέ θἄταν καλύτερα νά δώσῃ τέλος σ’ αὐτή τήν τραγικήν κωμῳδία, πού παιζόταν σέ βάρος του;

Κάτι τέτοιες σκέψεις τόν αἰχμαλωτίζανε…. Κάτι τέτοιοι συλλογισμοί τοῦ ἀνέβαζαν τό αἱμα του στό κεφάλι· κι ἀπάνω σ’ ἐκείνη τή φριχτή ταραχή του τοῦ ρχότανε νά προμηθευτῇ … κάτι και να δώσῃ ἕνα τέλος … ἕνα τέλος σ’ αὐτή τήν κωμῳδία…

Ἡ μιά μέρα ἀκολουθοῦσε τήν ἄλλη. Καμμιά καλυτέρεψη δέν ἔβρισκε ὁ Θᾶνος στόν ἑαυτό του… Ὅλο καί χειρότερα… Ὅλο καί χειρότερα… Τί ἐπί τέλους θά γινόταν!... Εἶχε καταντήσει νευραστενικός… Κ’ ἡ νευραστένειά του ὁλοένα καί μεγάλωνε. … Ἀλήθεια ποῦ θά κατάληγε;…

Ἦταν ὁ κρυφός πόνος καί τῶν δυο φαμελιῶν. Τον ἔβλεπε ἡ μάννα του καί τῆς καιγόταν τά φυλλοκάρδια…. Τό ἴδιο κ’ ἡ ξαδέρφη της … Κι ὡστόσο τί γιατρικό νά γυρέψουν; Τό χρειαζούμενο γιατρικό ἦταν δυσκολόβρετο… Ἦταν ἡ ἀπόχτηση τῆς λευτεριᾶς τοῦ Θάνου…

Ἦταν ἡ ἐπιτυχία τῆς οἰκονομικῆς του ἀνεξαρτησίας, μ’ αὐτή ἦταν ἀκόμα μακρυά… Μακρυά, πολύ μακρυά… Θά ρχότανε ὅμως μιά μέρα. Θά ρχότανε μέ τόν καιρό, ἅμα θά ὡρίμαζε στά κεφάλια τῶν ὅμοιων του ἡ ἰδέα τῆς ἰσότητας, ἅμα θά νοιώθανε οἱ ταλαίπωροι πώς ἔχουν κι αὐτοί δικαιώματα στή ζωή, σάν τούς … ἄλλους…

Μά ὡς τόσο ἡ θέση τοῦ Θάνου χειροτέρευε. Εἶχε καταντήσει σέ τέτοιο σημεῖο, πού τά πάντα ἐχθρευόταν… μέ κανένα δέν ἤθελε νά μιλῇ… μέ κανένα νά κάνῃ παρέα. … Τοὖταν ὅλοι κι ὅλα μισητά… Ὡς κι αὐτό τό σπιτικό του τό μισοῦσε… Δέ βαστοῦσε νά τό βλέπῃ στήν τέτοια κατάσταση πού βρισκότανε… Δέν πεθυμοῦσε παρά τό τέλος· τό τέλος τῆς ζωῆς του… Τί τήν ἤθελε τέτοια ζωή; Τέτοια ζωή καλύτερα ἄς τοὔλειπε… Πεθυμοῦσε τήν αἰώνια κι ἀτάραχη γαλήνη…. τόν αἰώνιο ὕπνο, ἀπ’ ὅπου ποτές δέ θά ξυπνήσῃ κανείς … κι αὐτόν μέ κάθε τρόπο κυνηγοῦσε….

…. Μιά μέρα πού γύριζε ὁ μπακάλης ἀπό κάποια του δουλειά, τόν βρῆκε σκοτωμένο, καθισμένο ἀπάνω στην καρέκλα τοῦ γραφείου του, μέ τό μπιστόλι δίπλα του, πού τόν λευτέρωσε ἀπ’ τά δίχτυα τῆς πολυβασανισμένης του ζωῆς…
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΡΙΑΡΑΣ 
 Πηγή: criticeduc.blogspot.gr
Γιώργος Γ. Πιτσιτάκης 
Δάσκαλος – Ιστορικός ερευνητής

Παραδεισένια Κεφαλλονιά!

Όσο σιμώνει το καλοκαίρι τόσο  έρχονται θύμησες καλοκαιρινές από το μαγευτικό νησί του Ιονίου...Το νησί μας!!


Μετά από τέτοιες εικόνες, η προσμονή για την επιστροφή θεριεύει!

Ράγιο Βαγιεκάνο: Πρώτη στους αγώνες και την αλληλεγγύη...



Σε μια κίνηση που γεμίζει περηφάνια τους οπαδούς της, αλλά και όλους τους οπαδούς ανά τον κόσμο που υποστηρίζουν ότι τα ποδοσφαιρικά σωματεία πρέπει να βρίσκονται στο πλάι του λαϊκού κόσμου που έχει αναδείξει σε βασιλιά τον σπόρ το αποκαλούμενο και «μπαλέτο της εργατικής τάξης», προχώρησε η Ράγιο Βαγιεκάνο. Η ομάδα από το Βαγιέκας της Μαδρίτης, φτωχός συγγενής σε σχέση με τη Ρεάλ και την Ατλέτικο, θα βοηθήσει την 85άχρονη Κάρμεν Αγιούζο Μαρτίνεθ που της έκαναν έξωση από το σπίτι που μένει εδώ και πέντε δεκαετίες στο Βαγιέκας.
Ο προπονητής της Ράγιο Βαγιεκάνο, Πάκο Χέμεθ, δήλωσε για το θέμα: «Θα βοηθήσουμε την κυρία, όχι μόνο εγώ, αλλά το προπονητικό τιμ, οι παίκτες, όλοι. Θα βρούμε ένα μέρος για να μείνει με αξιοπρέπεια και να μην είναι μόνη. Είμαι περήφανος που θα βοηθήσω και θα ήθελα να βοηθήσω και άλλο κόσμο αν ήταν δυνατόν. Ειδικότερα στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι μια κυρία από την γειτονία, κάτι που μας αφορά και σαν σύλλογος δεν μπορούσαμε να αφήσουμε την ευκαιρία που είχαμε να βοηθήσουμε να περάσει. Εκείνη και η οικογένεια της δεν πρέπει να ανησυχούν, θα κάνουμε το καλύτερο. Αυτό που συνέβη σε εκείνη μπορεί να συμβεί στον καθένα».
Η κυρία Κάρμεν συγκινήθηκε όταν έμαθε τα ευχάριστα νέα και ευχαρίστησε από καρδιάς τους ανθρώπους της Ράγιο που της επιτρέπουν να συνεχίσει να ζει με αξιοπρέπεια.
Όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει ο Θάνο Σαρρής στην ελληνική έκδοση του fourfourtwo, η Ράγιο Βαγιεκάνο αποτελεί «ένα γαλατικό χωριό στο σύγχρονο ποδόσφαιρο» καθώς παραμένει μία από τις λίγες ομάδες που διατηρεί τόσο μεγάλη τη σύνδεση με τα ιδανικά και τις αρχές της κοινότητας την οποία εκπροσωπεί. Το Βαγιέκας είναι μια εργατική γειτονιά της Μαδρίτης, με ιστορία στην αντίσταση κατά του Φράνκο ενώ οι κάτοικοι της περιοχής είναι συνδεδεμένοι με τους κοινωνικούς αγώνες.

Για να αναφέρουμε ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις, στη διαδήλωση της Μαδρίτης τον Μάρτιο του 2012 εκτός όλων των σωματείων εργαζομένων που συμμετείχαν, διαδήλωσαν και οι παίκτες της Ράγιο και ύστερα από ομόφωνη απόφαση ανακοίνωσαν στη διοίκηση πως τη συγκεκριμένη μέρα θα απεργήσουν, δεν θα προπονηθούν, και θα κατέβουν όλοι μαζί στους δρόμους της Μαδρίτης. Τον Σεπτέμβριο του 2013 οργανωμένοι οπαδοί της Ράγιο κάλεσαν μέσω του Facebook σε αντιφαιστική συγκέντρωση στη μνήμη του Παύλου Φύσσα. Στην απεργία των ανθρακωρύχων πρόπερσι το καλοκαίρι, γέμισαν με πανό γέφυρα σε κεντρικό δρόμο. Στις αυτοκτονίες στη χτυπημένη από την κρίση Ισπανία, απάντησαν με πανό που έγραφε «δεν είναι αυτοκτονίες, είναι δολοφονίες και ζητούσαν να σταματήσουν οι εξώσεις σε οικογένειες που χρωστούν. Ακόμα και στο νόμο για τις εκτρώσεις, κοπέλες μέλη των Bukaneros (ο πιο δραστήριος σύλλογος οργανωμένων οπαδών της Ράγιο) αντέδρασαν αναρτώντας πανό που έγραφε «Aborto Ruiz Gallardon: Δικό μας αιδοίο, δική μας απόφαση» κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομα του υπουργού.
 
Πανό στη φωτογραφία: «Οι αυτοκτονίες είναι πολιτικές δολοφονίες των τραπεζών. Σταματήστε τις εξώσεις»
Από ποδοσφαιρική άποψη η Ράγιο Βαγιεκάνο του προπονητή Πάκο Χέμεθ είναι μια εξίσου ριζοσπαστική ομάδα. Σε αντίθεση με άλλες ομάδες της κατηγορίας αντίστοιχου οικονομικού βεληνεκούς αντιμετωπίζει όλες τις ομάδες ανεξαιρέτως, ακόμη και τα θηρία Μπρτσελόνα και Ρεάλ, παίζοντας επιθετικό ποδόσφαιρο, με πρωτοβουλίες, κατοχή της μπάλας και εξαιρετική λειτουργία του συνόλου. Ο Χέμεθ έχει καταφέρει να μοιράσει ρόλους σε κάθε ποδοσφαιριστή και να εμπνεύσει στους παίκτες του το πνεύμα του μαχητή. Χάρη σε αυτή την ποδοσφαιρική φιλοσοφία η ομάδα έχει καταφέρει να διατηρηθεί στην πρώτη κατηγορία προσφέροντας ταυτόχρονα θέαμα και παιχνίδια που μνημονεύνται για τις ανατροπές και τις εκπλήξεις.

Ακούστε τους SKA-P να τραγουδούν για τη Ράγιο...



και δείτε το οδοιπορικό των Sausages and Caviar στο Βαγιέκας...


Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

200 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου διανοητή...



Αποτέλεσμα εικόνας για κάρολος μαρξ
Σαν χθες συμπληρώθηκαν  200 χρόνια από την γέννηση (5 Μάη 1818, Τριρ, Πρωσική Ρηνανία) του διανοητή που απέδειξε την νομοτέλεια της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, τον κυρίαρχο, επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης σε αυτήν την κατάργηση και το πέρασμα στην αταξική, κομμουνιστική κοινωνία.
Ο Καρλ Μαρξ, με τον Ενγκελς, προχώρησε πολύ πιο πέρα από την θεωρητική τεκμηρίωση του πεπερασμένου των εκμεταλλευτικών συστημάτων. «Οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε» έγραφε στις «Θέσεις για το Φόυερμπαχ» και έδωσε όλες του τις δυνάμεις, όχι μόνο για τον ιδεολογικό εξοπλισμό της εργατικής τάξης, αλλά και για την οργάνωσή της.
μαρξ2
Το σπίτι όπου γεννήθηκε

Το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» και «Το Κεφάλαιο» είναι ίσως τα πλέον επιδραστικά κείμενα στην ιστορία, με την διαχρονικότητα και την επικαιρότητά τους να μην μπορούν να αμφισβητηθούν σοβαρά, δηλαδή τεκμηριωμένα, ούτε από την σύγχρονη αστική διανόηση.
Zentralbibliothek_Zürich_Das_Kapital_Marx_1867
                                 «Το Κεφάλαιο»

Αλλωστε, όσο κι αν προσπαθούν οι απολογητές του καπιταλισμού να κρύψουν την βασική αντίθεσή του, δηλαδή την κλοπή από μια χούφτα κεφαλαιοκράτες του κοινωνικά παραγώμενου πλούτου, οι διαπιστώσεις του Μαρξ στο «Κεφάλαιο», όπως οι παρακάτω, είναι σαν να έχουν γραφεί για την σημερινή κατάσταση της μισθωτής εργασίας: «Ο εργαζόμενος γίνεται όλο και φτωχότερος όσο περισσότερο πλούτο παράγει, όσο η μεγαλύτερη παραγωγή του επιδρά μειωτικά στη δύναμη και την ισχύ του. Ο εργαζόμενος γίνεται πάντα τόσο φτηνότερο προϊόν, όσο φτηνότερα προϊόντα παράγει. Το αυξανόμενο κέρδος είναι αντιστρόφως ανάλογο με την αξία των εργαζομένων».
Communist-manifesto
Το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»

«Το κύριο στη διδασκαλία του Μαρξ» λέει ο Λένιν, «είναι ότι φώτισε τον κοσμοϊστορικό ρόλο του προλεταριάτου σαν δημιουργού της σοσιαλιστικής κοινωνίας».
«Η ανακάλυψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας ή, πιο σωστά, η συνεπής συνέχιση και επέκταση του υλισμού στην περιοχή των κοινωνικών φαινομένων, εξάλειψε δυό βασικές ανεπάρκειες των προηγούμενων ιστορικών θεωριών. Ιο, οι θεωρίες αυτές στην καλύτερη περίπτωση εξέταζαν μόνο τα ιδεολογικά κίνητρα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων και δεν ερευνούσαν τι είναι εκείνο που γεννάει αυτά τα κίνητρα, δεν συλλαμβάνανε την αντικειμενική νομοτέλεια της ανάπτυξης του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων, δεν έβλεπαν ότι οι σχέσεις αυτές έχουν τις ρίζες τους στο βαθμό ανάπτυξης της υλικής παραγωγής· 2ο, οι προηγούμενες θεωρίες δεν έπαιρναν υπόψη τους τη δράση ακριβώς των μαζών του πληθυσμού, ενώ ο ιστορικός υλισμός έδοσε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να ερευνηθούν, με ακρίβεια που χαρακτηρίζει τις φυσικοιστορικές επιστήμες, οι κοινωνικοί όροι της ζωής των μαζών και οι αλλαγές αυτών των όρων.
»Η προμαρξική «κοινωνιολογία» και ιστοριογραφία δεν έκαναν στην καλύτερη περίπτωση τίποτε άλλο από το να συσσωρεύουν ακατέργαστα στοιχεία, μαζεμένα αποσπασμένα και να απεικονίζουν ορισμένες πλευρές του ιστορικού προτσές. Ο μαρξισμός έδειξε το δρόμο για μια καθολική, ολόπλευρη μελέτη του προτσές της γέννησης, της ανάπτυξης και της παρακμής των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, εξετάζοντας όλες τις αντιφατικές τάσεις στο σύνολό τους, ανάγοντάς τες στους όρους ζωής και παραγωγής των διαφόρων τάξεων της κοινωνίας – όρους που μπορούν να καθοριστούν με ακρίβεια – παραμερίζοντας τον υποκειμενισμό και την αυθαιρεσία στον ξεχωρισμό ορισμένων «επικρατέστερων» ιδεών ή στην ερμηνεία τους και αποκαλύπτοντας ότι όλες οι ιδέες κι όλες οι διάφορες τάσεις έχουν, χωρίς εξαίρεση, τη ρίζα τους στην κατάσταση των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Οι άνθρωποι δημιουργούν οι ίδιοι την ιστορία τους, τι είναι όμως ε­κείνο που καθορίζει τα κίνητρα των ανθρώπων και πιο ειδικά των ανθρώπινων μαζών, τι είναι εκείνο που προκαλεί τις συγκρούσεις ανάμεσα στις αντιφατικές ιδέες και τάσεις, ποιο είναι το σύνολο όλων αυτών των συγκρούσεων μέσα σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ποιοι είναι οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής της υλικής ζωής, που δημιουργούν τη βάση όλης της ιστορικής δράσης των ανθρώπων, ποιος είναι ο νόμος ανάπτυξης αυτών των όρων—σε όλα αυτά τα προβλήματα έστρεψε την προσοχή του ο Μαρξ και έδειξε το δρόμο για την επιστημονική μελέτη της ιστορίας, σαν προτσές ενιαίου που κυριαρχείται από νομοτέλεια σε όλη την τεράστια πολυπλευρότητα και αντιφατικότητά του»*.
Marx+Family_and_Engels
Με την οικογένειά του και τον Ενγκελς

Η, όπως το έθεσε ο ίδιος ο Μαρξ:
«Ο,τι καινούριο έκανα εγώ, ήταν για να αποδείξω:
1. Οτι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής,
2. Οτι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου,
3. Οτι η ίδια αυτή η δικτατορία, αποτελεί μονάχα το πέρασμα στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε μια αταξική κοινωνία»**
Από μια άποψη, όλη η σκέψη του Μαρξ, ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός, η τεκμηρίωση του νομοτελειακού χαρακτήρα της ταξικής απελευθέρωσης, ίσως και να είναι η επιστημονική πλευρά της ερωτικής, ρομαντικής ποίησής του:
«Κι έτσι εγώ σταθερά θα μπορώ να πατήσω
Μέσα στο απέραντο διάστημα,
Νικώντας κάθε πόνο στη λάμψη του προσώπου σου
Τη στιγμή που τα όνειρα πάλι προβάλλουν
Σαν αστραπές γύρω απ’ το Δένδρο της Ζωής»***

* Λένιν: Για τον Μαρξ και τη διδασκαλία του, εκδόσεις «Προγκρές», Μόσχα, 1985
** Κ. Μαρξ – Φ. Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα»
*** «Τελευταίο Σονέτο Για Τη Τζένη», ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ «ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» Εισαγωγή , μετάφραση: Ευγένιος Αρανίτσης Εκδόσεις ΕΡΑΤΩ, 1982

                                                                                                       Πηγή: toperiodiko.gr